109 αποτελέσματα για «力»
力をつける ちからをつける
άλλο, ρήμα
- 01 δυναμώνω, αυξάνω τη δύναμή μου
- 02 δίνω δύναμη, εμψυχώνω, ενθαρρύνω
力加減 ちからかげん
ουσιαστικό
- 01 ένταση δύναμης (που απαιτείται για κάτι), σωστή χρήση δύναμης, κατάλληλη καταβολή δύναμης
力添え ちからぞえ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βοήθεια, συνδρομή, εξυπηρέτηση
力を尽くす ちからをつくす
άλλο, ρήμα
- 01 καταβάλλω προσπάθεια, προσπαθώ σκληρά
力を注ぐ ちからをそそぐ
άλλο, ρήμα
- 01 συγκεντρώνω τις προσπάθειές μου (σε κάτι)
力関係 ちからかんけい
ουσιαστικό
- 01 ισορροπία δυνάμεων (σε μια σχέση), δυναμική ισχύος
力無い ちからない
επίθετο
- 01 αδύναμος
力づく ちからづく
ρήμα
- 01 ανακτώ τις δυνάμεις μου, συνέρχομαι, αναζωογονούμαι, ενθαρρύνομαι
力持ち ちからもち
ουσιαστικό
- 01 μυώδης άνθρωπος, δυνατός άνδρας
力押し ちからおし
ουσιαστικό
- 01 προσέγγιση με ωμή βία (ιδίως σε βιντεοπαιχνίδι)
力場 りきば
ουσιαστικό
- 01 πεδίο δύναμης
力比べ ちからくらべ
ουσιαστικό
- 01 δοκιμασία δύναμης, αναμέτρηση δύναμης
力が出る ちからがでる
άλλο, ρήμα
- 01 ανακτώ δυνάμεις, αποκτώ ενέργεια
力士 りきし
ουσιαστικό
- 01 παλαιστής σούμο, ρικίσι
- 02 δυνατός άνθρωπος
- 03 βασιλιάς Ντέβα
力 りき
ουσιαστικό
- 01 δύναμη, ισχύς, επιδεξιότητα, ικανότητα
- 02 η δύναμη του ... λαού, η δύναμη των ... ανθρώπων
力作 りきさく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έργο μεγάλης προσπάθειας, επίπονο δημιούργημα, κατόρθωμα, εξαιρετικό έργο
- 02 μόχθος, εργασία
力業 ちからわざ
ουσιαστικό
- 01 χειρωνακτική εργασία, βαριά δουλειά
- 02 επίδειξη δύναμης, κατόρθωμα ισχύος
力負け ちからまけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ήττα λόγω ανωτερότητας του αντιπάλου, ήττα από ισχυρότερο αντίπαλο
- 02 ήττα λόγω κακής διαχείρισης των δυνάμεων, ήττα που προκύπτει από υπερπροσπάθεια
力ずく ちからずく
ουσιαστικό
- 01 ωμή βία, χρήση όλης της δύναμης
力づける ちからづける
ρήμα
- 01 ενθαρρύνω, τονώνω το ηθικό, δίνω κουράγιο, ενδυναμώνω