114 αποτελέσματα για «勝»

勝手が違う かってがちがう

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι μπερδεμένος, είμαι διαφορετικός από αυτό που έχω συνηθίσει
勝利を収める しょうりをおさめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κερδίζω μια νίκη, θριαμβεύω
勝ち残る かちのこる

ρήμα

  1. 01 κερδίζω και προκρίνομαι στον επόμενο γύρο
勝手知ったる かってしったる

άλλο

  1. 01 γνώριμος, καλά ενημερωμένος, εξοικειωμένος (που δεν αισθάνεται την ανάγκη για περιορισμούς)
勝ち上がる かちあがる

ρήμα

  1. 01 προκρίνομαι (π.χ. στους τελικούς), περνώ στον επόμενο γύρο
勝ち組 かちぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 νικητές, άτομα που έχουν επιτύχει κοινωνικά, οικονομικά κ.λπ.
勝ち気 かちき

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αποφασιστικότητα, αλύγιστο πνεύμα, θέληση
勝利者 しょうりしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 νικητής, θριαμβευτής, κατακτητής
勝ち進む かちすすむ

ρήμα

  1. 01 νικώ και προκρίνομαι στον επόμενο γύρο
勝負事 しょうぶごと

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερό παιχνίδι, διαγωνισμός, παιχνίδι (τύχης)
勝ち得る かちえる

ρήμα

  1. 01 πετυχαίνω, κερδίζω, αποκτώ, επιτυγχάνω
勝負あり しょうぶあり

επιφώνημα

  1. 01 υπάρχει νικητής!, το παιχνίδι έληξε!, αγώνας!
勝ち逃げ かちにげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση μετά από νίκη, φυγή από επαναληπτικό αγώνα αφού έχεις κερδίσει
勝手気まま かってきまま

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αυθαίρετος, εγωιστικός (που πράττει ή λέει πράγματα για να εξυπηρετήσει την προσωπική του ευκολία), αδιάφορος για την ευκολία των άλλων
勝手ながら かってながら

άλλο, πρόθημα

  1. 01 παίρνω το θάρρος να, αυθαιρετώ
  2. 02 θεωρώ δεδομένο ότι, υποθέτω ότι
  3. 03 με δική μου πρωτοβουλία, με δική μου αυθαίρετη απόφαση
勝負どころ しょうぶどころ

ουσιαστικό

  1. 01 καθοριστική στιγμή, σημείο καμπής, κρίσιμη στιγμή, κατάσταση ολα ή τίποτα
勝ち越す かちこす

ρήμα

  1. 01 έχω περισσότερες νίκες από ήττες, προηγούμαι έναντι αντιπάλου (π.χ. με δύο παιχνίδια), υπερέχω σε νίκες, αποκτώ το προβάδισμα
  2. 02 αποκτώ το προβάδισμα (σε πόντους, γκολ κ.λπ. κατά τη διάρκεια ενός αγώνα)
勝負服 しょうぶふく

ουσιαστικό

  1. 01 στολή αναβάτη ιπποδρομιών
  2. 02 τα καλά ρούχα κάποιου (ιδιαίτερα για γυναίκες), που συνήθως φυλάσσονται για σημαντικές συναντήσεις, ραντεβού, κλπ.
勝ち がち

επίθημα, επίθετο

  1. 01 τείνω να, επιρρεπής στο, έχω την τάση να
  2. 02 κατά κύριο λόγο, κυρίως, γεμάτος από
  3. 03 κερδίζω, αποκομίζω τα οφέλη, παίρνω το έπαθλο
勝負下着 しょうぶしたぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εσώρουχα τύχης (συνηθέστερα γυναικείο βρακί), που προορίζονται για ειδικά ραντεβού