179 αποτελέσματα για «化»

化合物 かごうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 χημική ένωση
化粧台 けしょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 τουαλέτα, μπουντουάρ
化粧道具 けしょうどうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 είδη καλλωπισμού, νεσεσέρ μακιγιάζ
化学兵器 かがくへいき

ουσιαστικό

  1. 01 χημικό όπλο
化学的 かがくてき

επίθετο

  1. 01 χημικός
化生 かせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπτυξη, μεταμόρφωση
化粧直し けしょうなおし

ουσιαστικό

  1. 01 φρεσκάρισμα μακιγιάζ
  2. 02 ανακαίνιση, αναδιαμόρφωση, αναδιακόσμηση
化粧箱 けしょうばこ

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικό κουτί, καλαίσθητο κουτί
  2. 02 νεσεσέρ, θήκη καλλυντικών
化学変化 かがくへんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χημική μεταβολή
化学薬品 かがくやくひん

ουσιαστικό

  1. 01 χημικό, χημικός παράγοντας, χημικά
化学者 かがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χημικός
化石燃料 かせきねんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ορυκτό καύσιμο
化学式 かがくしき

ουσιαστικό

  1. 01 χημικός τύπος
化学療法 かがくりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 χημειοθεραπεία
化学繊維 かがくせんい

ουσιαστικό

  1. 01 συνθετική ίνα, χημική ίνα
化学実験 かがくじっけん

ουσιαστικό

  1. 01 χημικό πείραμα, πείραμα χημείας
化合 かごう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χημική ένωση
化学肥料 かがくひりょう

ουσιαστικό

  1. 01 χημικό λίπασμα
化外 けがい

ουσιαστικό

  1. 01 απολίτιστες περιοχές εκτός της αυτοκρατορικής επιρροής
化け狸 ばけだぬき

ουσιαστικό

  1. 01 υπερφυσικός σκύλος-ρακούν (ιαπωνική λαογραφία)