325 αποτελέσματα για «反»

反逆 はんぎゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προδοσία, απιστία, ανταρσία, εξέγερση, επανάσταση, στάση
反感 はんかん N1

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπάθεια, εναντίωση, εχθρότητα, αποστροφή, κακό συναίσθημα
反らす そらす

ρήμα

  1. 01 λυγίζω, στραβώνω, κυρτώνω
反る そる N1

ρήμα

  1. 01 στρεβλώνω, κυρτώνω, τοξώνω, κάμπτω
  2. 02 κάμπτω προς τα πίσω (σώμα ή μέλος του σώματος, π.χ. δάχτυλα)
反抗的 はんこうてき

επίθετο

  1. 01 επαναστατικός, ανυπάκουος
反対方向 はんたいほうこう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίθετη κατεύθυνση
反り返る そりかえる

ρήμα

  1. 01 στρεβλώνω, λυγίζω προς τα πίσω
  2. 02 γέρνω το κεφάλι (ή τους ώμους) προς τα πίσω, φουσκώνω το στήθος
反射的に はんしゃてきに

επίρρημα

  1. 01 αντανακλαστικά, μηχανικά
反抗期 はんこうき

ουσιαστικό

  1. 01 εφηβική επανάσταση, φάση αμφισβήτησης
反逆者 はんぎゃくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 στασιαστής, προδότης
反射神経 はんしゃしんけい

ουσιαστικό

  1. 01 αντανακλαστικά
反復 はんぷく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επανάληψη, επαναλαμβάνω, επανέκθεση
  2. 02 αναπαραγωγή
  3. 03 αναδρομή, επανάληψη
反乱軍 はんらんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 επαναστατικός στρατός
反故にする ほごにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 πετώ ως άχρηστο, απορρίπτω
  2. 02 ακυρώνω, αθετώ υπόσχεση, αναιρώ
反旗を翻す はんきをひるがえす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξεγείρομαι, σηκώνω τη σημαία της επανάστασης
反応速度 はんのうそくど

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτητα αντίδρασης
反対派 はんたいは

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπολιτευόμενη φατρία
反吐が出る へどがでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ αηδία, είμαι απεχθής, είμαι σιχαμερός
  2. 02 κάνω εμετό, ξερνάω
反省会 はんせいかい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεδρίαση αξιολόγησης, συζήτηση απολογισμού, σύσκεψη ανασκόπησης
反対意見 はんたいいけん

ουσιαστικό

  1. 01 αντίθετη άποψη, διαφωνούσα γνώμη, εναντίωση