35 αποτελέσματα για «召»

召人 めしうど

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο ειδικά προσκεκλημένο για να συνθέσει και να απαγγείλει ποίημα στην Αυτοκρατορική Πρωτοχρονιάτικη Ανάγνωση Ποιημάτων
  2. 02 πρόσωπο προσλαμβανόμενο από την Αυτοκρατορική Αυλή για τη σύνταξη ανθολογιών ποίησης ουάκα
  3. 03 πρόσωπο καλούμενο για να εκτελέσει μπούγκακου (για τους ευγενείς)
召致 しょうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύγκληση, πρόσκληση
召し入れる めしいれる

ρήμα

  1. 01 καλώ κάποιον να εισέλθει
召募 しょうぼ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατολόγηση, κατάταξη
召し集める めしあつめる

ρήμα

  1. 01 συγκαλώ,λώ, μαζεύω
召し換え めしかえ

ουσιαστικό

  1. 01 αλλαγή ρούχων
召集者 しょうしゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συγκαλών, οργανωτής
召喚令状 しょうかんれいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλήση για οδηγίες (νομικός όρος Ηνωμένου Βασιλείου)
召し上がりもの めしあがりもの

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό
召し抱え めしかかえ

ουσιαστικό

  1. 01 μισθοφορικά στρατεύματα
召天 しょうてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος (χριστιανού)
召される めされる

ρήμα, άλλο

  1. 01 κάνω
  2. 02 τρώω, πίνω
  3. 03 φοράω
  4. 04 αγοράζω
  5. 05 κάνω (μπάνιο)
  6. 06 επιβιβάζομαι, μπαίνω (σε όχημα), παίρνω (μεταφορικό μέσο)
  7. 07 αρπάζω (κρυολόγημα)
  8. 08 προσθέτω (χρόνια), γερνάω
  9. 09 αρέσω, ευχαριστώ κάποιον
  10. 10 δηλώνει σεβασμό
召し放つ めしはなつ

ρήμα

  1. 01 καλώ κάποιον από ένα ευρύτερο σύνολο ατόμων
召喚獣 しょうかんじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 καλούμενο ον, καλούμενο κτήνος
  1. 01 αποπλανώ
  2. 02 καλώ, φωνάζω
  3. 03 στέλνω να φέρουν, καλώ (κάποιον)
  4. 04 φοράω
  5. 05 φοράω, βάζω
  6. 06 επιβαίνω σε, πηγαίνω με (όχημα)
  7. 07 αγοράζω
  8. 08 τρώω
  9. 09 πίνω
  10. 10 κρυώνω, παθαίνω (κρυολόγημα)