39 αποτελέσματα για «吊»

吊り落とし つりおとし

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική ρίψης κατά την οποία ο παλαιστής σηκώνει τον αντίπαλο και τον χτυπά στο έδαφος
吊り鉢 つりばち

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστή γλάστρα
吊り出す つりだす

ρήμα

  1. 01 σηκώνω τον αντίπαλο στην αγκαλιά μου και τον βγάζω έξω από το ρινγκ
吊り屋根 つりやね

ουσιαστικό

  1. 01 αναρτημένη στέγη πάνω από το ρινγκ
吊るし柿 つるしがき

ουσιαστικό

  1. 01 λημονιά (κρεμασμένη για αποξήρανση), αποξηραμένη λημονιά
吊り行灯 つりあんどん

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστό χάρτινο φανάρι (που χρησιμοποιείται σε λουτρά, θέατρα γιόζε, ιακαπάγια, κ.λπ.)
吊り花 つりばな

ουσιαστικό

  1. 01 διευθέτηση λουλουδιών σε αγγεία που κρέμονται από το ταβάνι (στην ικεμπάνα), λουλούδια φυτεμένα σε κρεμαστά αγγεία
吊り出し つりだし

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική νίκης κατά την οποία ο αντίπαλος ανασηκώνεται από τη ζώνη του
吊床 つりどこ

ουσιαστικό

  1. 01 αιώρα, κρεμαστή κούνια
  2. 02 σημείο ανάρτησης (για δεσίματα με σχοινιά), σημείο στερέωσης
吊花 つりばな

ουσιαστικό

  1. 01 ευώνυμος η οξύφυλλος
吊るし雲 つるしぐも

ουσιαστικό

  1. 01 τυλιχτό σύννεφο, περιστροφικό σύννεφο
吊足場 つりあしば

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστή σκαλωσιά
吊虻 つりあぶ

ουσιαστικό

  1. 01 τριάνθος (οποιοδήποτε έντομο της οικογένειας βομβυλίδες)
吊り索 つりさく

ουσιαστικό

  1. 01 σκοινί ανάρτησης
吊るし責め つるしぜめ

ουσιαστικό

  1. 01 τυρουσιζέμε (μέθοδος βασανισμού κατά την οποία το θύμα κρέμεται από τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη)
吊るし飾り つるしかざり

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστό διακοσμητικό
吊り花生け つりはないけ

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστό βάζο για ανθοσυνθέσεις, κρεμαστό βάζο λουλουδιών
吊り橋効果 つりばしこうか

ουσιαστικό

  1. 01 φαινόμενο της κρεμαστής γέφυρας, φαινόμενο κατά το οποίο κάποιος που νιώθει φόβο ή έκπληξη συγχέει τη φυσιολογική του αντίδραση με ερωτική διέγερση
  1. 01 αναστέλλω, αιωρώ
  2. 02 κρεμάω, κρεμώ
  3. 03 φορώ (σπαθί)