nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 吊
吊

6 πινελιές | Ρίζα: 口 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 αναστέλλω, αιωρώ
  2. 02 κρεμάω, κρεμώ
  3. 03 φορώ (σπαθί)

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

チョウ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

つ.る、つる.す

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 吊り上げる σηκώνω (με γερανό, σχοινιά κ.λπ.), ανυψώνω, ανεβάζω
  • 吊る κρεμώ, αναρτώ, αναρτώ σε ιμάντα, φέρω (π.χ. σπαθί), τοποθετώ (π.χ. ράφι)
  • 吊るす κρεμάω, αναρτώ
  • 吊り下げる κρεμώ, αναρτώ, αιωρώ
  • 吊り橋 κρεμαστή γέφυρα, γέφυρα με σκοινιά
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων