328 αποτελέσματα για «名»
名前をつける なまえをつける
άλλο, ρήμα
- 01 ονομάζω
名古屋 なごや
ουσιαστικό
- 01 Ναγκόγια (πόλη)
名家 めいか
ουσιαστικό
- 01 διακεκριμένη οικογένεια, καλή οικογένεια, έγκριτη οικογένεια
- 02 μεγάλος δάσκαλος, ειδικός, αυθεντία, επιφανές πρόσωπο
- 03 μέικα, τάξη οικογενειών κούγκε η οποία κατατάσσεται πάνω από τις χάνκε και κάτω από τις ουρίνκε
- 04 Σχολή των Ονομάτων (Κίνα), λογικοί, συζητητές
名乗り なのり
ουσιαστικό
- 01 αναφορά ονόματος, αυτοσύσταση
- 02 αναγγελία ονόματος, βαθμού, καταγωγής κ.λπ. (από σαμουράι στο πεδίο της μάχης)
- 03 όνομα που δίνεται σε άρρενα μέλη της αριστοκρατίας και της τάξης των σαμουράι κατά την ενηλικίωσή τους
- 04 ιαπωνική ανάγνωση χαρακτήρων κάντζι που χρησιμοποιείται σε ονόματα
名人 めいじん N3
ουσιαστικό
- 01 αυθεντία, ειδικός
- 02 μεϊτζίν (επαγγελματικός τίτλος)
- 03 μεϊτζίν (ανώτατος τίτλος για άνδρες παίκτες στο αγωνιστικό καρούτα)
名ばかり なばかり
ουσιαστικό
- 01 μόνο κατ' όνομα, τιμητικός, τυπικός
名乗り出る なのりでる
ρήμα
- 01 συστήνομαι, δηλώνω το όνομά μου (π.χ. ως το πρόσωπο που αναζητείται), εμφανίζομαι (π.χ. ως μάρτυρας, με κάποια αξίωση κ.λπ.)
名指し なざし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ονομαστική αναφορά, προσδιορισμός, υποψηφιότητα
名作 めいさく N2
ουσιαστικό
- 01 αριστούργημα
名乗りを上げる なのりをあげる
άλλο, ρήμα
- 01 δηλώνω το όνομά μου, συστήνομαι
- 02 ανακοινώνω την υποψηφιότητά μου
名義 めいぎ
ουσιαστικό
- 01 όνομα (ιδίως σε συμβόλαιο, σύμβαση, έργο κ.λπ.), επίσημο όνομα, καταχωρισμένο όνομα
- 02 ηθικό καθήκον
- 03 δικαιολογία, πρόφαση
名所 めいしょ N2
ουσιαστικό
- 01 διάσημο μέρος, αξιοσημείωτο μέρος, τόπος (γραφικού ή ιστορικού) ενδιαφέροντος, αξιοθέατα
名所 などころ
ουσιαστικό
- 01 όνομα ενός μέρους (εργαλείου, όπλου, μουσικού οργάνου κ.λπ.)
- 02 διάσημο μέρος, αξιοθέατο
- 03 ονοματεπώνυμο και διεύθυνση
名無し ななし
ουσιαστικό
- 01 αυτός που δεν έχει όνομα, ανώνυμος, ανωνυμία
名答 めいとう
ουσιαστικό
- 01 εύστοχη απάντηση, ευφυής απάντηση
名札 なふだ N1
ουσιαστικό
- 01 πινακίδα ονόματος, ταμπελάκι ονόματος, ετικέτα
名を残す なをのこす
άλλο, ρήμα
- 01 μένω στη μνήμη, γράφω ιστορία
名手 めいしゅ
ουσιαστικό
- 01 δεξιοτέχνης, ειδικός
- 02 εξαιρετική κίνηση (στο γκο, το σόγκι κ.λπ.), λαμπρή κίνηση
名代 みょうだい
ουσιαστικό
- 01 πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος
名目上 めいもくじょう
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 ονομαστικός, κατ' όνομα (μόνο)