28 αποτελέσματα για «呪»
呪う まじなう
ρήμα
- 01 προσεύχομαι για την αποφυγή συμφοράς ή ασθένειας
- 02 προσεύχομαι να προκληθεί κακό ή θάνατος σε κάποιον, καταριέμαι
- 03 μαγεύω, ξορκίζω, ρίχνω μάγια (σε κάποιον)
- 04 θεραπεύω ασθένεια (με προσευχή)
呪術的思考 じゅじゅつてきしこう
ουσιαστικό
- 01 μαγική σκέψη
呪物崇拝 じゅぶつすうはい
ουσιαστικό
- 01 φετιχισμός
呪術廻戦 じゅじゅつかいせん
ουσιαστικό
- 01 Τζουτζούτσου Καϊσέν (σειρά μάνγκα)
呪禁 じゅごん
ουσιαστικό
- 01 εξορκισμός τεράτων, πνευμάτων κ.λπ. με τη χρήση φυλακτών
呪り かしり
ουσιαστικό
- 01 ξόρκι, κατάρα
呪術思考 じゅじゅつしこう
ουσιαστικό
- 01 μαγική σκέψη
呪
- 01 ξόρκι, μάγια
- 02 κατάρα
- 03 γητεία, ξόρκι
- 04 κατάρα, κατάρασμα