84 αποτελέσματα για «味»

味をつける あじをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 δίνω γεύση (π.χ. με αλάτι), καρυκεύω, αρωματίζω, προσθέτω αλκοόλ (π.χ. ουίσκι)
味噌煮 みそに

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό μαγειρεμένο σε μίσο, μαγείρεμα σε μίσο
味を見る あじをみる

ρήμα, άλλο

  1. 01 δοκιμάζω (κάτι), παίρνω μια γεύση, δοκιμάζω το φαγητό
味噌ラーメン みそラーメン

ουσιαστικό

  1. 01 μισό ράμεν
味音痴 あじおんち

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 έλλειψη γευστικής κρίσης, ανικανότητα διάκρισης μεταξύ νόστιμων και άγευστων τροφίμων
味も素っ気もない あじもそっけもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανιαρός, αδιάφορος, βαρετός, άτονος
味方機 みかたき

ουσιαστικό

  1. 01 φίλιο αεροσκάφος
味噌漬け みそづけ

ουσιαστικό

  1. 01 κρέας, ψάρι ή λαχανικά διατηρημένα σε μίσο, η διαδικασία διατήρησης σε μίσο
味蕾 みらい

ουσιαστικό

  1. 01 γευστικός κάλυκας
味醂 みりん

ουσιαστικό

  1. 01 μιρίν, είδος γλυκού κρασιού από ρύζι που χρησιμοποιείται στη μαγειρική
味覚障害 みかくしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 δυσοσμία, διαταραχή της γεύσης
味の素 あじのもと

ουσιαστικό

  1. 01 Ατζινομότο, εμπορική ονομασία του γλουταμινικού μονονάτριου (MSG)
味の薄い あじのうすい

επίθετο

  1. 01 ελαφρώς καρυκευμένος
味噌煮込みうどん みそにこみうどん

ουσιαστικό

  1. 01 ουντόν μαγειρεμένα σε ζωμό που περιέχει πάστα μίσο
味噌をつける みそをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω γκάφα, τα θαλασσώνω, αποτυγχάνω και διασύρομαι, εκτίθεμαι
  2. 02 απλώνω μίσο (π.χ. σε κόνιακου)
味玉 あじたま

ουσιαστικό

  1. 01 μελάτο αυγό μαριναρισμένο σε σάλτσα σόγιας και μίριν
味覚音痴 みかくおんち

ουσιαστικό

  1. 01 στερούμαι γευστικής αίσθησης
味加減 あじかげん

ουσιαστικό

  1. 01 γεύση (του ετοιμασμένου φαγητού)
味噌炒め みそいため

ουσιαστικό

  1. 01 τηγανητό φαγητό καρυκευμένο με μίσο
味付け海苔 あじつけのり

ουσιαστικό

  1. 01 καρυκευμένο φύκι νόρι