98 αποτελέσματα για «命»
命題 めいだい
ουσιαστικό
- 01 πρόταση, θέση, έννοια, θεωρία
- 02 πρόβλημα, ζήτημα, πρόκληση
命綱 いのちづな
ουσιαστικό
- 01 σκοινί ασφαλείας, σχοινί ζωής
命を捨てる いのちをすてる
άλλο, ρήμα
- 01 θυσιάζω τη ζωή μου, δίνω τη ζωή μου
命からがら いのちからがら
επίρρημα
- 01 με χίλια ζόρια, μόλις που γλιτώνω τη ζωή μου
命に別状はない いのちにべつじょうはない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν διατρέχει κίνδυνο η ζωή (του), δεν είναι απειλητικό για τη ζωή
命 めい
ουσιαστικό
- 01 εντολή, διαταγή, διάταγμα
- 02 ζωή
- 03 πεπρωμένο, μοίρα
命により めいにより
άλλο
- 01 κατόπιν εντολής, βάσει διαταγής
命を捧げる いのちをささげる
άλλο, ρήμα
- 01 θυσιάζω τη ζωή μου (π.χ. σε μάχη), αφιερώνω τη ζωή μου (π.χ. σε έναν σκοπό)
命中率 めいちゅうりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό ευστοχίας
命令書 めいれいしょ
ουσιαστικό
- 01 διάταγμα, οδηγία
命を張る いのちをはる
άλλο, ρήμα
- 01 ρισκάρω τη ζωή μου
命令口調 めいれいくちょう
ουσιαστικό
- 01 εκφορά επιτακτικού λόγου, επιτακτικό ύφος, προστάζον ύφος
命中精度 めいちゅうせいど
ουσιαστικό
- 01 ακρίβεια βολής (πυροβόλου όπλου, πυραύλου, κ.λπ.)
命を惜しむ いのちをおしむ
άλλο, ρήμα
- 01 λυπάμαι τη ζωή μου, διστάζω να πεθάνω
命令系統 めいれいけいとう
ουσιαστικό
- 01 ιεραρχία, αλυσίδα διοίκησης, δομή διοίκησης, σύστημα διοίκησης
命脈 めいみゃく
ουσιαστικό
- 01 ζωή, νήμα της ζωής
命が惜しければ いのちがおしければ
άλλο
- 01 αν αγαπάς τη ζωή σου
命令を伝える めいれいをつたえる
άλλο, ρήμα
- 01 μεταφέρω εντολή, διαβιβάζω παραγγελία
命あっての物種 いのちあってのものだね
άλλο
- 01 όσο υπάρχει ζωή υπάρχει ελπίδα, χωρίς τη ζωή δεν υπάρχει τίποτα, μην σπαταλάς τη ζωή σου
命をつなぐ いのちをつなぐ
άλλο, ρήμα
- 01 επιβιώνω, συνεχίζω να ζω, γλιτώνω τον θάνατο