80 αποτελέσματα για «善»
善玉 ぜんだま
ουσιαστικό
- 01 καλός άνθρωπος, αγαθός τύπος
- 02 χαρακτήρας με στρογγυλό λευκό κεφάλι πάνω στο οποίο είναι γραμμένο το ιδεόγραμμα «καλό» (συνηθισμένο στις εκτυπώσεις της περιόδου Έντο)
善神 ぜんしん
ουσιαστικό
- 01 καλός θεός, αγαθές θεότητες
- 02 αληθινές διδασκαλίες του Βούδα
善用 ぜんよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ορθή χρήση
善根 ぜんこん
ουσιαστικό
- 01 καλές πράξεις, φιλανθρωπία
善がる よがる
ρήμα
- 01 ικανοποιούμαι, ευχαριστιέμαι, υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι, θριαμβολογώ
- 02 εκφράζω ευχαρίστηση (με τη φωνή ή την έκφρασή μου), βογκώ από ηδονή
善心 ぜんしん
ουσιαστικό
- 01 αρετή, ηθική συνείδηση, συνείδηση
善い行い よいおこない
άλλο, ουσιαστικό
- 01 καλή πράξη
善い悪い よいわるい
άλλο, επίρρημα
- 01 καλό ή κακό, πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα, ποιότητα, καταλληλότητα
善後 ぜんご
ουσιαστικό
- 01 προσεκτική διευθέτηση (ενός ζητήματος), ορθή αντιμετώπιση, σχεδιασμός για το μέλλον
善の研究 ぜんのけんきゅう
ουσιαστικό
- 01 Μελέτη του αγαθού (φιλοσοφική πραγματεία του 1911 από τον Κιτάρο Νισίντα)
善玉菌 ぜんだまきん
ουσιαστικό
- 01 ωφέλιμο μικρόβιο, ωφέλιμο βακτήριο
善知識 ぜんちしき
ουσιαστικό
- 01 πνευματικός φίλος, καθοδηγητής που εισάγει κάποιον στον βουδισμό μέσω της διδασκαλίας
善哉善哉 ぜんざいぜんざい
άλλο
- 01 εύγε, πολύ καλά, μπράβο
善隣 ぜんりん
ουσιαστικό
- 01 καλή γειτονία, αγαθή γειτονική σχέση
善業 ぜんごう
ουσιαστικό
- 01 καλές πράξεις
善徳 ぜんとく
ουσιαστικό
- 01 αρετές
善果 ぜんか
ουσιαστικό
- 01 καλά αποτελέσματα
善道 ぜんどう
ουσιαστικό
- 01 μονοπάτι της αρετής, ορθοπραξία
善因 ぜんいん
ουσιαστικό
- 01 καλή αιτία (που θα φέρει καλή ανταμοιβή), καλή πράξη
善悪二元論 ぜんあくにげんろん
ουσιαστικό
- 01 δυϊσμός καλού και κακού, μανιχαϊσμός