74 αποτελέσματα για «垂»

垂迹 すいじゃく

ουσιαστικό

  1. 01 εκδηλωμένη μορφή (ενός Βούδα ή μιας σιντοϊστικής θεότητας για τη σωτηρία των ανθρώπων), προσωρινή εκδήλωση
垂示 すいし

ουσιαστικό

  1. 01 οδηγία, διδασκαλία, επεξήγηση
  2. 02 κήρυγμα Ζεν ιερέα
垂らし込む たらしこむ

ρήμα

  1. 01 στάζω μέσα, αφήνω να στάξει σταγόνα σταγόνα
垂れ込み たれこみ

ουσιαστικό

  1. 01 καταγγελία, ανώνυμη πληροφορία (προς τις αρχές)
垂線 すいせん

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετη γραμμή
垂乳根 たらちね

ουσιαστικό

  1. 01 μητέρα, πατέρας, γονέας
垂死 すいし

ουσιαστικό

  1. 01 ετοιμοθάνατος, στα πρόθυρα του θανάτου
垂訓 すいくん

ουσιαστικό

  1. 01 διδασκαλία
垂加神道 すいかしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 σουίκα σίντο (σύνθεση του σίντο με κινεζικά στοιχεία, κυρίως τον νεοκομφουκιανισμό), σιντεμάσου σίντο
垂れ飾り たれかざり

ουσιαστικό

  1. 01 μενταγιόν, κρεμαστό κόσμημα
垂準 すいじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 κατακόρυφο νήμα με βαρίδι, νήμα της στάθμης
垂れ絹 たれぎぬ

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστό μετάξι, παραπέτασμα, ταπισερί, πέπλο
垂直思考 すいちょくしこう

ουσιαστικό

  1. 01 άκαμπτη (στερεοτυπική) σκέψη που προσκολλάται σε προκαταλήψεις, κάθετη σκέψη, γραμμική σκέψη
垂直統合 すいちょくとうごう

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετη ολοκλήρωση, κάθετη συγχώνευση
垂り尾 しだりお

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμάμενη ουρά
垂直抗力 すいちょくこうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετη δύναμη
垂んとする なんなんとする

ρήμα

  1. 01 πλησιάζω (τα τριάντα έτη κ.λπ.), προσεγγίζω, φτάνω κοντά
垂楊 すいよう

ουσιαστικό

  1. 01 κλαίουσα ιτιά
垂心 すいしん

ουσιαστικό

  1. 01 ορθόκεντρο
垂範 すいはん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παροχή παραδείγματος προς μίμηση