94 αποτελέσματα για «増»

増税 ぞうぜい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση φόρου
増進 ぞうしん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαγωγή, αύξηση, πρόοδος
増額 ぞうがく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση χρηματικού ποσού
増幅器 ぞうふくき

ουσιαστικό

  1. 01 ενισχυτής
増改築 ぞうかいちく

ουσιαστικό

  1. 01 επέκταση και δομική τροποποίηση κτιρίου
増刷 ぞうさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσθετη εκτύπωση, επιπλέον έκδοση, ανατύπωση
増加率 ぞうかりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμός αύξησης
増刊号 ぞうかんごう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό τεύχος, έκτακτη έκδοση
増収 ぞうしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση απόδοσης, αύξηση εισοδήματος
増派 ぞうは

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενισχύσεις
増補 ぞうほ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επέκταση (π.χ. ενός βιβλίου), επαύξηση, μεγέθυνση, συμπλήρωση
増資 ぞうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση κεφαλαίου
  2. 02 έκδοση νέων μετοχών
増刊 ぞうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ειδική έκδοση (περιοδικού κ.λπ.), κυκλοφορία έκτακτου τεύχους
増発 ぞうはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση του αριθμού των δρομολογίων (τρένων, αεροπλάνων κ.λπ.)
  2. 02 αύξηση της έκδοσης ομολόγων, αυξημένη έκδοση
増兵 ぞうへい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατιωτική ενίσχυση
増加量 ぞうかりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αύξηση, ποσό αύξησης
増血 ぞうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση του αίματος
増加分 ぞうかぶん

ουσιαστικό

  1. 01 αύξηση, πρόσθετο στοιχείο, ποσό αύξησης
増血剤 ぞうけつざい

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοποιητικό φάρμακο, αιμοποιητικό μέσο
増便 ぞうびん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση του αριθμού των πτήσεων