29 αποτελέσματα για «壮»
壮行試合 そうこうじあい
ουσιαστικό
- 01 αγώνας αποχαιρετισμού, αγώνας προετοιμασίας πριν από αναχώρηση για σημαντική διοργάνωση
壮行式 そうこうしき
ουσιαστικό
- 01 εκδήλωση για την τόνωση του ηθικού
壮志 そうし
ουσιαστικό
- 01 μεγάλη φιλοδοξία, υψηλός στόχος
壮途 そうと
ουσιαστικό
- 01 φιλόδοξο εγχείρημα
壮大華麗 そうだいかれい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 μεγαλοπρεπής και λαμπρός
壮言大語 そうげんたいご
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ηρωικά λόγια, μεγαλοστομία, καυχησιολογία, κομπασμός, πομπώδης λόγος, κομπορρημοσύνη
壮者を凌ぐ そうしゃをしのぐ
άλλο, ρήμα
- 01 ξεπερνώ τους νέους σε ικανότητες, βάζω τους νέους κάτω
壮とする そうとする
άλλο, ρήμα
- 01 θαυμάζω (το θάρρος κάποιου), επιδοκιμάζω (την φιλοδοξία κάποιου)
壮
- 01 εύρωστος
- 02 ανδρισμός
- 03 ευημερία