518 αποτελέσματα για «外»

外食 がいしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εστίαση εκτός σπιτιού, φαγητό έξω
外野 がいや

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικό πεδίο (του γηπέδου του μπέιζμπολ)
  2. 02 εξωτερικός παίκτης (στο μπέιζμπολ)
  3. 03 κερκίδες του εξωτερικού πεδίου
  4. 04 τρίτο μέρος, ξένος, παρατηρητής, περαστικός
外科 げか N2

ουσιαστικό

  1. 01 χειρουργική
  2. 02 τμήμα χειρουργικής
外敵 がいてき

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικός εχθρός, ξένος εισβολέας
外面 がいめん

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική επιφάνεια, εξωτερικό, εξωτερική πλευρά
  2. 02 εξωτερική εμφάνιση
  3. 03 τρόπος συμπεριφοράς (με άλλους), εμφάνιση
外人 がいじん

ουσιαστικό

  1. 01 αλλοδαπός (ιδιαίτερα άτομο ευρωπαϊκής καταγωγής), γκαϊτζίν, λευκός
  2. 02 ξένος, άτομο εκτός της ομάδας
外聞 がいぶん

ουσιαστικό

  1. 01 φήμη, κοινωνική υπόληψη, αξιοπρέπεια, τιμή
外交官 がいこうかん

ουσιαστικό

  1. 01 διπλωμάτης
外装 がいそう

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική εμφάνιση, συσκευασία, επένδυση, θωράκιση
外国語 がいこくご

ουσιαστικό

  1. 01 ξένη γλώσσα
外来 がいらい N1

ουσιαστικό

  1. 01 ξένος, εισαγόμενος
  2. 02 εξωτερικός ασθενής, εξωτερική περίθαλψη, εξωτερικό ιατρείο, πτέρυγα εξωτερικών ασθενών
外科医 げかい

ουσιαστικό

  1. 01 χειρουργός
外務省 がいむしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο εξωτερικών
外殻 がいかく

ουσιαστικό

  1. 01 κέλυφος, εξωτερικό περίβλημα, φλοιός
外泊 がいはく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διανυκτέρευση εκτός σπιτιού, παραμονή εκτός οικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας, επιστροφή στο σπίτι για το βράδυ (π.χ. από νοσοκομείο), διανυκτέρευση στο σπίτι κάποιου άλλου
外的 がいてき

επίθετο

  1. 01 εξωτερικός
  2. 02 εξωτερικά
外縁 がいえん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ακμή, εξωτερικό άκρο
外回り そとまわり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περίμετρος, εξωτερική γραμμή
  2. 02 εξωτερική εργασία εκτός γραφείου
  3. 03 εξωτερικές τροχιές (σε κυκλική διαδρομή ή καμπύλη)
外堀 そとぼり

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική τάφρος (ενός κάστρου)
外灯 がいとう

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικός φωτισμός, φανάρι δρόμου