60 αποτελέσματα για «奥»

奥の院 おくのいん

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό ιερό, άδυτο, άγιο των αγίων, χώρος πίσω από το κεντρικό κτίριο ναού που στεγάζει τον ιδρυτή του ναού, θαυματουργούς Βούδες, κρυμμένα αγάλματα κ.ά.
奥の深い おくのふかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 βαθυστόχαστος, περίπλοκος, προχωρημένος, δυσνόητος
奥羽 おうう

ουσιαστικό

  1. 01 Όου (οι δύο πρώην επαρχίες Μούτσου και Ντέβα), Τοχόκου
奥付 おくづけ

ουσιαστικό

  1. 01 κολοφώνας (στο τέλος ενός βιβλίου), εκδοτική ταυτότητα, στοιχεία έκδοσης
奥向き おくむき

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό μέρος ενός σπιτιού (κοντά στην κουζίνα, το καθιστικό κ.λπ.)
  2. 02 οικογενειακά ζητήματα, οικιακές υποθέσεις, προσωπικά θέματα
奥歯に物が挟まる おくばにものがはさまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μιλάω αόριστα, αποφεύγω να μιλήσω ξεκάθαρα, μιλάω με περιστροφές
奥宮 おくみや

ουσιαστικό

  1. 01 οκουμίγια (ιερό που βρίσκεται πίσω από το κεντρικό, αλλά είναι αφιερωμένο στην ίδια θεότητα)
奥伝 おくでん

ουσιαστικό

  1. 01 μύηση στα μυστικά ενός κλάδου, εσωτερική διδασκαλία μιας τέχνης
奥義書 おうぎしょ

ουσιαστικό

  1. 01 εσώτερα συγγράμματα, Ουπανισάδες (ιερά ινδουιστικά κείμενα)
奥御殿 おくごてん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτικά διαμερίσματα ευγενούς
奥二重 おくぶたえ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφό διπλό βλέφαρο
奥医師 おくいし

ουσιαστικό

  1. 01 αυλικός ιατρός (του σογκούν και της οικογένειάς του, κατά την περίοδο Έντο)
奥書 おくがき

ουσιαστικό

  1. 01 στερνόγραφο (σε βιβλίο), πιστοποίηση, έκδοση (σε βιβλίο)
奥の細道 おくのほそみち

ουσιαστικό

  1. 01 Ο στενός δρόμος προς το βαθύ βορρά (χρονογραφία του Ματσούο Μπασό, δημοσιευμένη το 1702)
奥津城 おくつき

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακός τάφος, ταφικό μνημείο προγόνων, τάφος
奥勤め おくづとめ

ουσιαστικό

  1. 01 εργάζομαι ως καμαριέρα μιας κυρίας
奥社 おくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 οπισθιο ιερό (βρίσκεται πίσω από το κεντρικό ιερό, αλλά είναι αφιερωμένο στην ίδια θεότητα)
奥壁 おくへき

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό τοίχωμα (π.χ. σπηλιάς), εσωτερική βραχώδης επιφάνεια (ορεινής κοιλάδας κ.λπ.)
奥旨 おうし

ουσιαστικό

  1. 01 βαθιά αλήθεια, βαθιά γνώση
奥許し おくゆるし

ουσιαστικό

  1. 01 μυστικό, μύηση, δίπλωμα