49 αποτελέσματα για «威»

威嚇的 いかくてき

επίθετο

  1. 01 απειλητικός
威徳 いとく

ουσιαστικό

  1. 01 αρετή και επιρροή, αρετή και κύρος
威張りくさる いばりくさる

ρήμα

  1. 01 συμπεριφέρομαι με αλαζονεία, είμαι φουσκωμένος από έπαρση
威名 いめい

ουσιαστικό

  1. 01 φήμη, κύρος
威令 いれい

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσία
威力業務妨害 いりょくぎょうむぼうがい

ουσιαστικό

  1. 01 εξαναγκαστική παρακώλυση εργασιών, παρακώλυση εργασιών με τη χρήση ισχύος
威嚇行動 いかくこうどう

ουσιαστικό

  1. 01 απειλητική συμπεριφορά, επίδειξη ισχύος, δεϊματική συμπεριφορά
威権 いけん

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσία, δύναμη
威信にかかわる いしんにかかわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 θίγω το γόητρο κάποιου, προσβάλλω την αξιοπρέπεια κάποιου
威霊 いれい

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρό πνεύμα
  2. 02 αυτοκρατορική ισχύς
威迫 いはく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απειλή, εκφοβισμός
威武 いぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κύρος και ισχύς
威張り屋 いばりや

ουσιαστικό

  1. 01 αλαζονικό άτομο, αυταρχικό πρόσωπο, εγωκεντρικό άτομο, καυχησιάρης, αλαζόνας
威を振るう いをふるう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ασκώ εξουσία
威勢よく いせいよく

επίρρημα

  1. 01 με ενέργεια, δυναμικά, χαρούμενα, αποφασιστικά, με σθένος
威服 いふく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποτάσσω με το δέος
威喝 いかつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απειλητικός
威脅 いきょう

ουσιαστικό

  1. 01 απειλή, εκφοβισμός
威張りん坊 いばりんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοδιαφημιζόμενος, καυχησιάρης, αυταρχικός άνθρωπος, πιεστικός άνθρωπος
威あって猛からず いあってたけからず

άλλο

  1. 01 επιβλητικός χωρίς να είναι αυταρχικός, το να είναι κανείς αξιοπρεπής και επιπλέον θερμός, όντας έτσι ευγενής