35 αποτελέσματα για «審»
審査権 しんさけん
ουσιαστικό
- 01 δικαστικός έλεγχος (π.χ. της συνταγματικότητας ενός νόμου)
審査請求 しんさせいきゅう
ουσιαστικό
- 01 επίσημη ένσταση (σε διοικητική διάταξη), αίτηση εξέτασης (διπλώματος ευρεσιτεχνίας), αίτηση διοικητικής επανεξέτασης
審尋 しんじん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ακρόαση, εξέταση
審美学 しんびがく
ουσιαστικό
- 01 αισθητική
審級 しんきゅう
ουσιαστικό
- 01 βαθμός (π.χ. πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο δικαστήριο κ.λπ. σε μια νομική διαδικασία)
審判委員 しんぱんいいん
ουσιαστικό
- 01 πέντε κριτές δίπλα στο ρινγκ
審美歯科 しんびしか
ουσιαστικό
- 01 αισθητική οδοντιατρική
審美主義 しんびしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 αισθητισμός
審議未了 しんぎみりょう
ουσιαστικό
- 01 ατελής συζήτηση, εκκρεμής (για νομοσχέδιο ή πρόταση που δεν ολοκληρώθηκε εντός της κοινοβουλευτικής συνόδου)
審判部長 しんぱんぶちょう
ουσιαστικό
- 01 αρχιδιαιτητής
審判離婚 しんぱんりこん
ουσιαστικό
- 01 διαζύγιο κατόπιν δικαστικής απόφασης (από οικογενειακό δικαστήριο)
審決 しんけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δικαστική απόφαση, απόφαση δικαστηρίου, ετυμηγορία
審問官 しんもんかん
ουσιαστικό
- 01 ανακριτής, ιεροεξεταστής, αξιωματούχος ακροάσεων, δικαστικός λειτουργός
審計署 しんけいしょ
ουσιαστικό
- 01 Εθνική Ελεγκτική Υπηρεσία (Κίνα)
審
- 01 ακρόαση, εκδίκαση
- 02 κρίνω
- 03 δίκη