52 αποτελέσματα για «封»
封じ込め ふうじこめ
ουσιαστικό
- 01 περιορισμός, ανάσχεση
封建社会 ほうけんしゃかい
ουσιαστικό
- 01 φεουδαρχική κοινωνία
封じ手 ふうじて
ουσιαστικό
- 01 σφραγισμένη κίνηση, η επόμενη κίνηση που καταγράφεται και διατηρείται σφραγισμένη σε φάκελο μέχρι την επανέναρξη του παιχνιδιού την επόμενη ημέρα
- 02 απαγορευμένος ελιγμός (στο σούμο, στις πολεμικές τέχνες, κ.λπ.), απαγορευμένη τεχνική
封緘 ふうかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σφραγίζω (επιστολές, έγγραφα, κ.λπ.)
封切り ふうきり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρεμιέρα, πρώτη προβολή, κυκλοφορία (ταινίας)
封切る ふうきる
ρήμα
- 01 κάνω πρεμιέρα (π.χ. ταινίας)
封土 ほうど
ουσιαστικό
- 01 φεουδαρχική κτήση, νταϊμιάτο, φέουδο
封土 ふうど
ουσιαστικό
- 01 τύμβος, ταφικός λόφος
封地 ほうち
ουσιαστικό
- 01 φέουδο, τιμάριο
封建主義 ほうけんしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 φεουδαρχία
封じ目 ふうじめ
ουσιαστικό
- 01 σφράγισμα φακέλου
封止 ふうし
ρήμα
- 01 σφράγιση, σφράγισμα
封建思想 ほうけんしそう
ουσιαστικό
- 01 φεουδαρχική σκέψη ή νοοτροπία
封禅 ほうぜん
ουσιαστικό
- 01 αρχαίο κινεζικό τελετουργικό θυσίας
封爵 ほうしゃく
ουσιαστικό
- 01 παροχή φέουδου (συμπεριλαμβανομένης της απονομής κυβερνητικού αξιώματος και αυλικού τίτλου)
封戸 ふこ
ουσιαστικό
- 01 νοικοκυριό του οποίου οι μισοί φόροι δίνονταν σε καθορισμένο πρόσωπο (σύστημα ριτσουριό), υποτελές νοικοκυριό που παραχωρούνταν σε αυλικό
封じ込め政策 ふうじこめせいさく
ουσιαστικό
- 01 πολιτική περιορισμού
封切り館 ふうきりかん
ουσιαστικό
- 01 κινηματογράφος πρώτης προβολής
封緘葉書 ふうかんはがき
ουσιαστικό
- 01 διπλωμένο ταχυδρομικό δελτάριο (με κόλλα)
封泥 ふうでい
ουσιαστικό
- 01 φούδει (πηλός που χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για τη σφράγιση εγγράφων)