49 αποτελέσματα για «布»
布団干し ふとんほし
ουσιαστικό
- 01 απλωμα του φουτον (με το να το κρεμας εξω στον ηλιο)
布置 ふち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάταξη, τακτοποίηση
- 02 ομαδοποίηση
布達 ふたつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ειδοποίηση, ανακοίνωση
- 02 διοικητική διαταγή της περιόδου πριν από το 1886
布目 ぬのめ
ουσιαστικό
- 01 υφή, ύφανση (η φορά των νημάτων στον αργαλειό ή η πλέξη ενός υφάσματος)
布衣 ほい
ουσιαστικό
- 01 λινό καριγκίνου
- 02 απλό καριγκίνου (περίοδος Έντο)
- 03 κοινός θνητός
布衣 ふい
ουσιαστικό
- 01 απλός πολίτης
布教者 ふきょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 ιεραπόστολος, ευαγγελιστής, προπαγανδιστής
布帛 ふはく
ουσιαστικό
- 01 ύφασμα, ύφασμα (υφαντό)
布マスク ぬのマスク
ουσιαστικό
- 01 υφασμάτινη μάσκα, υφασμάτινη μάσκα προσώπου
布おむつ ぬのおむつ
ουσιαστικό
- 01 υφασμάτινη πάνα
布教師 ふきょうし
ουσιαστικό
- 01 ιεραπόστολος
布団蒸し ふとんむし
ουσιαστικό
- 01 το θάψιμο ενός ατόμου κάτω από ένα φουτόν
布袋腹 ほていばら
ουσιαστικό
- 01 προέχουσα κοιλιά, καμπυλωτή κοιλιά
布海苔 ふのり
ουσιαστικό
- 01 φουνόρι, θαλάσσιο άλγος του γένους Gloiopeltis
- 02 φουνόρι, κόλλα που χρησιμοποιείται για το κολλάρισμα υφασμάτων
布線 ふせん
ουσιαστικό
- 01 καλωδίωση
布幅 ぬのはば
ουσιαστικό
- 01 πλάτος υφάσματος
布銭 ふせん
ουσιαστικό
- 01 μπουτζιάν (μπρούτζινο νόμισμα σε σχήμα φτυαριού της αρχαίας Κίνας)
布引き ぬのびき
ουσιαστικό
- 01 τέντωμα υφάσματος
布袋葵 ほていあおい
ουσιαστικό
- 01 κοινή νεροϋάκινθος (Pontederia crassipes)
布幅いっぱい ぬのはばいっぱい
ουσιαστικό
- 01 πλήρες πλάτος υφάσματος