44 αποτελέσματα για «張»

張り手 はりて

ουσιαστικό

  1. 01 χαστούκισμα του αντιπάλου με ανοιχτή παλάμη
張り替える はりかえる

ρήμα

  1. 01 αντικαθιστώ την επένδυση, ξαναταπετσάρω, αλλάζω το χαρτί (π.χ. σε τοίχους ή συρόμενες πόρτες), ανανεώνω (π.χ. σοβά)
張り飛ばす はりとばす

ρήμα

  1. 01 ρίχνω κάτω με δυνατό χτύπημα, εκτινάσσω με δύναμη
張力 ちょうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 τάση, εφελκυστική δύναμη
張り出し はりだし

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβολος, προεξοχή
  2. 02 αφίσα, πλακάτ, ανακοίνωση
  3. 03 επιπλέον παλαιστής τρίτης ή τέταρτης κατηγορίας
張り渡す はりわたす

ρήμα

  1. 01 τεντώνω σχοινί ή σύρμα από το ένα σημείο στο άλλο
張り合いのない はりあいのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αποκαρδιωτικός, απογοητευτικός, στερούμενος ενθουσιασμού
張り替え はりかえ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικατάσταση επικάλυψης, επανατοποθέτηση χαρτιού (σε σότζι ή φουσούμα), επαναταπετσάρισμα
張り子 はりこ

ουσιαστικό

  1. 01 παπιέ μασέ
  2. 02 παίκτης που δεν είναι ντίλερ (στα χαρτιά)
張子の虎 はりこのとら

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τίγρης από παπιέ μασέ (παιχνίδι με κεφάλι που κουνιέται)
  2. 02 χάρτινη τίγρη, κάποιος (ή κάτι) που είναι μόνο λόγια και καθόλου πράξεις, άνθρωπος-αχυράνθρωπος
張り番 はりばん

ουσιαστικό

  1. 01 φύλακας, σκοπιά
張形 はりかた

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητός φαλλός (κατασκευασμένος από κέρατο, όστρακο ή πεπιεσμένο χαρτί)
張板 はりいた

ουσιαστικό

  1. 01 σανίδα που χρησιμοποιείται για το στέγνωμα βρεγμένων ρούχων ή χαρτιού
張り見世 はりみせ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίδειξη ιερόδουλων πίσω από κάγκελα
張り扇 はりせん

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινη βεντάλια καλυμμένη με χαρτί που χρησιμοποιείται στο θέατρο νο και στην αφήγηση ιστοριών
  2. 02 χάρτινη βεντάλια που χρησιμοποιείται σε κωμωδίες slapstick
張出し窓 はりだしまど

ουσιαστικό

  1. 01 έρκερ
張三李四 ちょうさんりし

ουσιαστικό

  1. 01 ο συνηθισμένος άνθρωπος, ο μέσος πολίτης, κάποιος ανάξιος λόγου
張り抜き はりぬき

ουσιαστικό

  1. 01 παπιέ μασέ
張力計 ちょうりょくけい

ουσιαστικό

  1. 01 τασιόμετρο, μετρητής τάσης
張袴 はりばかま

ουσιαστικό

  1. 01 άκαμπτο χάκαμα (για γυναίκες), χάκαμα κατασκευασμένο από σκληρό ύφασμα