83 αποτελέσματα για «弾»

弾き はじき

ουσιαστικό

  1. 01 πιστόλι, περίστροφο
  2. 02 οχατζίκι, παραδοσιακό παιδικό παιχνίδι που μοιάζει με τους βόλους και παίζεται με κέρματα από χρωματιστό γυαλί ή πλαστικό
  3. 03 απώθηση
弾き ひき

επίθημα

  1. 01 εκτελεστής (μουσικού οργάνου)
弾道ミサイル だんどうミサイル

ουσιαστικό

  1. 01 βαλλιστικός πύραυλος
弾力性 だんりょくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστικότητα, ανθεκτικότητα, ευκαμψία, προσαρμοστικότητα
弾性 だんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστικότητα
弾着 だんちゃく

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσκρουση βλήματος, επίπτωση
弾き語り ひきがたり

ουσιαστικό

  1. 01 τραγουδώ συνοδεύοντας τον εαυτό μου παίζοντας ένα όργανο, απαγγέλλω ενώ παίζω σαμισέν, μπίβα κ.λπ.
弾雨 だんう

ουσιαστικό

  1. 01 καταιγισμός πυρών
弾みをつける はずみをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσδίδω ορμή, δίνω ώθηση, ενθαρρύνω, υποκινώ, διεγείρω
弾薬庫 だんやくこ

ουσιαστικό

  1. 01 αποθήκη πυρομαχικών, χώρος φύλαξης πυρομαχικών, πυριτιδαποθήκη
弾発 だんぱつ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστικότητα, ελαστικό υλικό (ελατήριο, κλπ.)
弾帯 だんたい

ουσιαστικό

  1. 01 φυσιγγιοθήκη, ζώνη πυρομαχικών
  2. 02 οδηγός ταινία (βλήματος), περιστρεφόμενη ταινία
弾みがつく はずみがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκτώ ώθηση, αναπτύσσω δυναμική, παίρνω τα πάνω μου, αποκτώ φόρα
弾除け たまよけ

ουσιαστικό

  1. 01 αλεξίσφαιρος, προστασία (ή φυλακτό) ενάντια στις σφαίρες
弾き手 ひきて

ουσιαστικό

  1. 01 εκτελεστής ή παίκτης (μουσικού οργάνου)
弾じる だんじる

ρήμα

  1. 01 παίζω (έγχορδο μουσικό όργανο)
弾道弾 だんどうだん

ουσιαστικό

  1. 01 βαλλιστικός πύραυλος
弾奏 だんそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτέλεση, παίξιμο έγχορδων οργάνων
弾道学 だんどうがく

ουσιαστικό

  1. 01 βλητική
弾機 だんき

ουσιαστικό

  1. 01 ελατήριο (μηχανισμός)