61 αποτελέσματα για «得»

得体が知れない えたいがしれない

άλλο, επίθετο

  1. 01 περίεργος, άγνωστος, μυστηριώδης, ύποπτος
  2. 02 αυτός του οποίου η αληθινή φύση δεν είναι γνωστή
得手 えて

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 δυνατό σημείο, τομέας στον οποίο κάποιος υπερέχει
得手不得手 えてふえて

ουσιαστικό

  1. 01 δυνατά και αδύνατα σημεία, προτιμήσεις και αντιπάθειες, πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα
得意先 とくいさき

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικός πελάτης, πελάτης, θαμώνας, πελατεία
得意顔 とくいがお

ουσιαστικό

  1. 01 θριαμβευτικό βλέμμα
得々 とくとく

επίρρημα, άλλο

  1. 01 θριαμβευτικά, με καμάρι
得意中の得意 とくいちゅうのとくい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση κατά την οποία κάποιος υπερέχει εξαιρετικά, το δυνατότερο σημείο κάποιου
得票 とくひょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αριθμός ψήφων που συγκεντρώθηκαν, ψήφοι
得意がる とくいがる

ρήμα

  1. 01 καυχιέμαι, επιδεικνύομαι, κομπάζω
得る うる N3

ρήμα, επίθημα

  1. 01 μπορώ, δύναμαι
  2. 02 αποκτώ, λαμβάνω, κερδίζω, εξασφαλίζω, επιτυγχάνω
得票数 とくひょうすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός ψήφων που συγκεντρώθηκαν
得度 とくど

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειροτονία σε μοναχό, είσοδος στο ιερατείο
得手勝手 えてかって

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυθαίρετος, εγωκεντρικός (το να κάνει ή να λέει κανείς πράγματα ανάλογα με το προσωπικό του συμφέρον)
得票率 とくひょうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό ψήφων
得点王 とくてんおう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος σκόρερ
得失 とくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, θετικά και αρνητικά
得るところがある うるところがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 ωφελούμαι από κάτι, αποκομίζω κέρδος ή όφελος από κάτι
得意客 とくいきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικός πελάτης, καλός πελάτης, πελάτης
得点圏 とくてんけん

ουσιαστικό

  1. 01 θέση βαθμολόγησης
得失点差 とくしつてんさ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορά τερμάτων, διαφορά γκολ