86 αποτελέσματα για «復»

復命 ふくめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναφορά, υποβολή αναφοράς (αποτελεσμάτων σε κάποιον ανώτερο)
復古 ふっこ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναβίωση, αποκατάσταση
復員 ふくいん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστράτευση, επαναπατρισμός
復刻 ふっこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναδημοσίευση, επανέκδοση, ανατύπωση, αναπαραγωγή
復刻版 ふっこくばん

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφική ανατύπωση, επανέκδοση
復元力 ふくげんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ροπή επαναφοράς, επαναφέρουσα δύναμη, ευστάθεια
復讐の念 ふくしゅうのねん

ουσιαστικό

  1. 01 επιθυμία για εκδίκηση
復讐戦 ふくしゅうせん

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας ρεβάνς
復仇 ふっきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίποινα, εκδίκηση
復興資金 ふっこうしきん

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλαια ανοικοδόμησης, χρήματα για την ανοικοδόμηση
復位 ふくい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκατάσταση, επανίδρυση
復刊 ふっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επανέκδοση, επανακυκλοφορία
復す ふくす

ρήμα

  1. 01 επιστρέφω (στην αρχική κατάσταση), επανέρχομαι (σε), αποκαθιστώ (σε), αποκαθίσταμαι (σε)
復古主義 ふっこしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδραστισμός
復号 ふくごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκωδικοποίηση, αποκρυπτογράφηση
復興庁 ふっこうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 Υπηρεσία Ανασυγκρότησης (ιδρύθηκε μετά τον σεισμό του Τοχόκου το 2011)
復興大臣 ふっこうだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός Ανασυγκρότησης
復元作業 ふくげんさぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποκατάσταση, εργασία αποκατάστασης
復籍 ふくせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επανεγγραφή στο αρχικό οικογενειακό μητρώο, αποκατάσταση στο αρχικό οικογενειακό μητρώο
  2. 02 επανεγγραφή (σε σχολείο)
復帰作 ふっきさく

ουσιαστικό

  1. 01 έργο επιστροφής (ταινία, άλμπουμ, βιβλίο, κ.λπ.)