48 αποτελέσματα για «徳»

徳間書店 とくましょてん

ουσιαστικό

  1. 01 Τοκούμα Σότεν (εκδοτικός οίκος)
徳義心 とくぎしん

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική συνείδηση
徳化 とっか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ηθική επιρροή
徳俵 とくだわら

ουσιαστικό

  1. 01 τέσσερις σάκοι ρυζιού στην άκρη του ρινγκ που είναι τοποθετημένοι ελαφρώς προς τα πίσω
徳川美術館 とくがわびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Μουσείο Τέχνης Τοκουγκάουα
徳政一揆 とくせいいっき

ουσιαστικό

  1. 01 εξέγερση με αίτημα τη διαταγή διαγραφής χρεών (περίοδος Μουρομάτσι)
徳治主義 とくちしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή της ηθικής διακυβέρνησης, η αρετή ως αρχή της χρηστής διακυβέρνησης
徳を行う とくをおこなう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ασκώ την αρετή
徳沢 とくたく

ουσιαστικό

  1. 01 ευλογία, χάρη
徳用品 とくようひん

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικό προϊόν, προϊόν σε οικονομική συσκευασία
徳島大学 とくしまだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Τοκουσίμα
徳は孤ならず必ず隣あり とくはこならずかならずとなりあり

άλλο

  1. 01 ο ενάρετος άνθρωπος δεν θα μείνει για πολύ μόνος
徳利蜂 とっくりばち

ουσιαστικό

  1. 01 ευμενίδα (κυρίως το είδος Eumenes mikado)
徳用瓶 とくようびん

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική συσκευασία φιάλης
徳利投げ とっくりなげ

ουσιαστικό

  1. 01 λαβή κεφαλής με τα δύο χέρια για ανατροπή
徳器 とっき

ουσιαστικό

  1. 01 ταλέντο και αρετή κάποιου, ευγενής χαρακτήρας
徳政令 とくせいれい

ουσιαστικό

  1. 01 διάταγμα διαγραφής χρεών που εκδίδεται από τον Αυτοκράτορα ή τον Σογκούν (κατά τις περιόδους Μουρομάτσι και Καμακούρα)
徳利蘭 とっくりらん

ουσιαστικό

  1. 01 μπουκαλοφόρος, μποκαρνέα
徳を積む とくをつむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 πράττω καλά έργα, συσσωρεύω αξία, χτίζω αρετή
  2. 02 πράττω καλά έργα με την ελπίδα της βελτίωσης της τύχης κάποιου (π.χ. σε γκάτσα ή λαχείο), συσσωρεύω καλό κάρμα για καλύτερη τύχη
徳山線 とくやません

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή Τοκουγιαμά