44 αποτελέσματα για «念»

念珠 ねんじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ροζάριο, κομποσκοίνι προσευχής
念仏踊り ねんぶつおどり

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστική ιεροτελεστία με απαγγελία, χρήση τυμπάνων και χορό
念々 ねんねん

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχής ενασχόληση της σκέψης με κάτι
念仏三昧 ねんぶつざんまい

ουσιαστικό

  1. 01 βυθίζομαι στην προσευχή, προσεύχομαι ευλαβικά στον Βούδα Αμίντα
念頭に浮かぶ ねんとうにうかぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 έρχομαι στο μυαλό, περνάω από το μυαλό
念仏往生 ねんぶつおうじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετενσάρκωση στην Καθαρή Χώρα μέσω της επίκλησης του νενμπούτσου
念持仏 ねんじぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 βουδιστικό εικόνισμα που χρησιμοποιείται ως κόσμημα ή για τη διακόσμηση του σπιτιού
念入れ ねんいれ

ουσιαστικό

  1. 01 προσοχή, σχολαστικότητα, επιμέλεια
念誦 ねんじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίκληση
念願成就 ねんがんじょうじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκπλήρωση μιας διακαούς επιθυμίας, η εισακούσπιση μιας θερμής προσευχής
念晴らし ねんばらし

ουσιαστικό

  1. 01 απαλλάσσω την καρδιά μου από αμφιβολίες, καθησυχάζω τον εαυτό μου
念珠藻 ねんじゅも

ουσιαστικό

  1. 01 νοστόκ
念者 ねんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 προσεκτικό και σχολαστικό άτομο
  2. 02 μεγαλύτερος άνδρας σε ομοφυλοφιλική σχέση
念友 ねんゆう

ουσιαστικό

  1. 01 ομοφυλοφιλικές σχέσεις μεταξύ ανδρών, ομοφυλόφιλος ερωτικός σύντροφος
念人 ねんにん

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός σε αγώνισμα (π.χ. κοκορομαχία, τοξοβολία, ποιητικός διαγωνισμός)
  2. 02 μεγαλύτερος σε ηλικία άνδρας σε ομοφυλοφιλική σχέση
念校 ねんこう

ουσιαστικό

  1. 01 τελική διόρθωση τυπογραφικού δοκιμίου
念五日 ねんごにち

ουσιαστικό

  1. 01 εικοστή πέμπτη ημέρα του μήνα
  2. 02 εικοσιπέντε ημέρες
念発火能力 ねんはっかのうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 πυροκίνηση
念無し ねんなし

άλλο

  1. 01 απρόσμενος
  2. 02 λυπηρός, αξιολύπητος
  3. 03 εύκολος
  4. 04 χωρίς τύψεις
念頭に入れる ねんとうにいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 λαμβάνω υπόψη, έχω στον νου μου, σκέφτομαι