41 αποτελέσματα για «怒»
怒涛の勢い どとうのいきおい
άλλο
- 01 με μεγάλη ορμή, με αλματώδη πρόοδο, με τη δύναμη ορμητικών κυμάτων
怒髪天 どはつてん
ουσιαστικό
- 01 εξοργισμένος, μαινόμενος
怒りっぽい おこりっぽい
επίθετο
- 01 ευέξαπτος, οξύθυμος, ευερέθιστος
怒り心頭に発する いかりしんとうにはっする
άλλο, ρήμα
- 01 εξοργίζομαι, γίνομαι έξαλλος, χάνω την ψυχραιμία μου
怒鳴り出す どなりだす
ρήμα
- 01 ξεσπώ σε φωνές, αρχίζω να φωνάζω
怒り肩 いかりがた
ουσιαστικό
- 01 τετράγωνοι ώμοι
怒りん坊 おこりんぼう
ουσιαστικό
- 01 ευέξαπτος άνθρωπος, οξύθυμο άτομο
怒りの葡萄 いかりのぶどう
ουσιαστικό
- 01 Τα σταφύλια της οργής (μυθιστόρημα του Στάινμπεκ)
怒髪衝天 どはつしょうてん
ουσιαστικό
- 01 είμαι έξω φρενών, βράζω από θυμό
怒り上戸 おこりじょうご
ουσιαστικό
- 01 εριστικός πότης, καβγατζής όταν μεθάει
怒筋 どすじ
ουσιαστικό
- 01 νεύρα οργής (στυλιζαρισμένο σύμβολο Χ που εμφανίζεται συνήθως στο μέτωπο)
怒面 どめん
ουσιαστικό
- 01 θυμωμένο πρόσωπο
怒り鼻 いかりばな
ουσιαστικό
- 01 ανοιχτά ρουθούνια (δηλωτικά θυμού ή έντασης)
怒髪天を衝く どはつてんをつく
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι έξαλλος, εξοργίζομαι
怒らせる おこらせる
ρήμα
- 01 εξοργίζω, θυμώνω κάποιον, προσβάλλω, εκνευρίζω, προκαλώ τον θυμό κάποιου
- 02 σηκώνω (τους ώμους), υψώνω (τη φωνή) από θυμό, αγριεύω (το βλέμμα)
怒りを遷す いかりをうつす
άλλο, ρήμα
- 01 ξεσπώ τα νεύρα μου σε κάποιον ή κάτι που δεν φταίει, ξεσπάω τον θυμό μου
怒りんぼ おこりんぼ
ουσιαστικό
- 01 οξύθυμο άτομο, ευέξαπτο άτομο
怒り心頭に達する いかりしんとうにたっする
άλλο, ρήμα
- 01 εξοργίζομαι, γίνομαι πυρ και μανία, βγαίνω από τα ρούχα μου
怒り顔 いかりがお
ουσιαστικό
- 01 θυμωμένο πρόσωπο, οργισμένη έκφραση
怒り心頭 いかりしんとう
ουσιαστικό
- 01 αγανάκτηση, οργή
- 02 θυμός, οργή