184 αποτελέσματα για «意»

意味合い いみあい

ουσιαστικό

  1. 01 υπονοούμενο, απόχρωση νοήματος, λεπτή διαφορά στη σημασία, συνειρμός
意気 いき

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα, καρδιά, διάθεση
意味深 いみしん

επίθετο

  1. 01 με βαθύ (συχνά κρυμμένο) νόημα, φορτισμένος με σημασία, περιεκτικός, υπονοούμενος, ενδιαφέρων
意味ありげ いみありげ

άλλο, επίθετο

  1. 01 νοηματώδης, υπονοητικός, εκφραστικός, σημαντικός, πονηρός (για βλέμμα), γεμάτος νόημα (για παύση)
意気込む いきごむ N1

ρήμα

  1. 01 ενθουσιάζομαι, καίγομαι να κάνω κάτι, επιδιώκω έντονα, προτίθεμαι, αποφασίζω
意気揚々 いきようよう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 θριαμβευτικός, πανηγυρικός, γεμάτος αυτοπεποίθηση και χαρά
意地悪い いじわるい

επίθετο

  1. 01 κακότροπος, κακεντρεχής, μοχθηρός, σαδιστικός, σκληρός, κακόψυχος
意識が戻る いしきがもどる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανακτώ τις αισθήσεις μου, συνέρχομαι
意地を張る いじをはる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποχωρώ, επιμένω πεισματικά, είμαι ισχυρογνώμων, είμαι διεστραμμένος
意識的 いしきてき

επίθετο

  1. 01 συνειδητός, σκόπιμος, εκούσιος
意気込み いきごみ

ουσιαστικό

  1. 01 ενθουσιασμός, ζήλος
意匠 いしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο
  2. 02 ιδέα, σύλληψη, πλάνο
意思表示 いしひょうじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκφράζω τα αισθήματά μου, επικοινωνώ την πρόθεσή μου
  2. 02 δήλωση πρόθεσης
意地でも いじでも

άλλο, επίρρημα

  1. 01 με κάθε κόστος, με οποιοδήποτε τίμημα, πάση θυσία
意思疎通 いしそつう

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία επικοινωνία, επίτευξη αμοιβαίας κατανόησης
意のままに いのままに

άλλο, επίρρημα

  1. 01 κατά βούληση, όπως θέλει κάποιος
意気投合 いきとうごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έρχομαι αμέσως σε επαφή με κάποιον, βρίσκω πνευματική συγγένεια, σύμπνοια, αμοιβαία κατανόηση
意見を言う いけんをいう

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκφράζω τη γνώμη μου
意識不明 いしきふめい

ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια αισθήσεων, κατάσταση λιποθυμίας
意地っ張り いじっぱり

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πεισματάρης, ισχυρογνώμων
  2. 02 πεισματάρης, ξεροκέφαλος