172 αποτελέσματα για «感»

感慨深い かんがいぶかい

επίθετο

  1. 01 βαθιά συγκινητικός, συναισθηματικά φορτισμένος
感極まる かんきわまる

ρήμα

  1. 01 κατακλύζομαι από έντονο συναίσθημα
感づく かんづく

ρήμα

  1. 01 αντιλαμβάνομαι, υποψιάζομαι, παίρνω μυρωδιά (κάτι), μυρίζομαι (π.χ. κίνδυνο), συνειδητοποιώ (π.χ. μια συνωμοσία)
感ずる かんずる N2

ρήμα

  1. 01 αισθάνομαι, νιώθω, βιώνω
  2. 02 συγκινούμαι (από), αγγίζομαι (από), εντυπωσιάζομαι (από), ανταποκρίνομαι (σε)
  3. 03 μολύνομαι με (ασθένεια), κολλάω
感服 かんぷく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θαυμασμός, εντύπωση (από)
感銘 かんめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαθιά εντύπωση, έντονη συγκίνηση
感覚的 かんかくてき

επίθετο

  1. 01 αισθητηριακός, αισθησιακός, διαισθητικός
感度 かんど N1

ουσιαστικό

  1. 01 ευαισθησία (π.χ. οργάνου μέτρησης), λήψη (ραδιοφώνου, τηλεόρασης κ.λπ.)
  2. 02 ευαισθησία (φωτογραφικού φιλμ)
感傷的 かんしょうてき

επίθετο

  1. 01 συναισθηματικός, συγκινησιακός, μελό, δακρύβρεχτος
感動的 かんどうてき

επίθετο

  1. 01 συγκινητικός, συναισθηματικά φορτισμένος
感化 かんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιρροή (σε κάποιον), έμπνευση
感染症 かんせんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 λοιμώδες νόσημα, λοίμωξη
感じやすい かんじやすい

επίθετο

  1. 01 ευαίσθητος, επιρρεπής, εύπλαστος
感情移入 かんじょういにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενσυναίσθηση
感じ入る かんじいる

ρήμα

  1. 01 συγκινούμαι βαθιά, εντυπωσιάζομαι, θαυμάζω πολύ
感染者 かんせんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μολυσμένο άτομο, φορέας (π.χ. ενός ιού)
感じ悪い かんじわるい

επίθετο

  1. 01 κακός (αίσθηση, εντύπωση, στάση), απόμακρος, δυσάρεστος
感受性 かんじゅせい

ουσιαστικό

  1. 01 ευαισθησία, δεκτικότητα
感謝の念 かんしゃのねん

ουσιαστικό

  1. 01 αισθήματα ευγνωμοσύνης
感情表現 かんじょうひょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 έκφραση συναισθημάτων, αποτύπωση εκφράσεων του προσώπου