184 αποτελέσματα για «成»

成り果てる なりはてる

ρήμα

  1. 01 καταντώ (π.χ. στη φτώχεια), καταλήγω
成長期 せいちょうき

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος ανάπτυξης, εποχή ανάπτυξης
成り上がる なりあがる

ρήμα

  1. 01 ανέρχομαι (ξαφνικά) κοινωνικά, αναρριχώμαι (σε υψηλότερη θέση)
成り立ち なりたち

ουσιαστικό

  1. 01 ο τρόπος με τον οποίο προέκυψε κάτι, προέλευση
  2. 02 δομή, οργάνωση, ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζεται κάτι
成人男性 せいじんだんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ενήλικος άνδρας, άντρας
成り代わる なりかわる

ρήμα

  1. 01 αντικαθιστώ κάποιον, παίρνω τη θέση κάποιου, αναπληρώνω κάποιον
  2. 02 αντικαθιστώ κάτι, παίρνω τη θέση κάποιου πράγματος
成れの果て なれのはて

άλλο

  1. 01 το φάντασμα του άλλοτε εαυτού του, το ναυάγιο κάποιου που κάποτε υπήρξε κάτι άλλο
成金 なりきん

ουσιαστικό

  1. 01 νεόπλουτος, άτομο που απέκτησε ξαφνικά πλούτη
  2. 02 πιόνι που προάγεται σε χρυσό στρατηγό
成否 せいひ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτυχία ή αποτυχία, έκβαση, αποτέλεσμα
成人式 せいじんしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή ενηλικίωσης
成功を収める せいこうをおさめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιτυγχάνω
成功者 せいこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτυχημένος άνθρωπος, επιτυχία
成り上がり なりあがり

ουσιαστικό

  1. 01 νεόπλουτος, αναρριχητής, άτομο που απέκτησε απότομα κοινωνική καταξίωση
成形 せいけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμόρφωση, σχηματοποίηση, πλάσιμο
  2. 02 χυτεύσιμο, καλουπάρισμα, χύτευση, συμπίεση (π.χ. στη μεταλλουργία)
  3. 03 ενήλικη μορφή
成体 せいたい

ουσιαστικό

  1. 01 ενήλικας
成功報酬 せいこうほうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβή εξαρτώμενη από την επιτυχία, αμοιβή επί ποσοστού επιτυχίας, μπόνους ολοκλήρωσης
成績表 せいせきひょう

ουσιαστικό

  1. 01 δελτίο βαθμολογίας, φύλλο επιδόσεων
成層圏 せいそうけん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατόσφαιρα
成すべきこと なすべきこと

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πράγματα προς εκτέλεση, υποχρεώσεις, καθήκον, ό,τι απαιτείται
成年 せいねん N3

ουσιαστικό

  1. 01 ενήλικη ηλικία, ενηλικίωση