37 αποτελέσματα για «戯»

戯け者 おどけもの

ουσιαστικό

  1. 01 ανόητος, κουτός, γελωτοποιός, χαζός, απατεώνας
戯える そばえる

ρήμα

  1. 01 κάνω σκανδαλιές, κακομαθαίνω, είμαι κακομαθημένος
戯奴 わけ

αντωνυμία

  1. 01 εγώ
  2. 02 εσύ
戯らす じゃらす

ρήμα

  1. 01 παίζω με, πειράζω, διασκεδάζω
戯書き ざれがき

ουσιαστικό

  1. 01 κείμενο γραμμένο για διασκέδαση, καλλιγραφία γραμμένη για ψυχαγωγία
戯かす じゃらかす

ρήμα

  1. 01 καλώ για αστεία, προκαλώ για παιχνίδια και χάρη
戯け口 おどけぐち

ουσιαστικό

  1. 01 αστείο, πλακίτσα
戯け芝居 おどけしばい

ουσιαστικό

  1. 01 κωμωδία, μπουρλέσκ
戯交わす ざれかわす

ρήμα

  1. 01 ανταλλάσσω αστεία, πειράζομαι
戯書 ぎしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ασυνάρτητα γραπτά
戯評 ぎひょう

ουσιαστικό

  1. 01 σατιρικά σχόλια, ειρωνικές παρατηρήσεις, γελοιογραφία, καρικατούρα, σάτιρα
戯作三昧 げさくざんまい

ουσιαστικό

  1. 01 αφοσίωση στη συγγραφή λαϊκών μυθιστορημάτων (φθηνή λογοτεχνία), αφοσίωση στη συγγραφή έργων για προσωπική διασκέδαση
戯称 ぎしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παιγνιώδης ονομασία, κωμικός όρος, χιουμοριστικό παρατσούκλι
戯言 ぎげん

ουσιαστικό

  1. 01 αστείο, αστεϊσμός
戯画化 ぎがか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γελοιογραφική απεικόνιση, δημιουργία καρικατούρας
戯作三昧 げさくざんまい

ουσιαστικό

  1. 01 απορρόφηση στη λογοτεχνία (μυθιστόρημα του Ακουταγκάβα)
  1. 01 παιχνιδίζω, αστειεύομαι
  2. 02 παίζω
  3. 03 διασκεδάζω