94 αποτελέσματα για «折»

折り目正しい おりめただしい

επίθετο

  1. 01 ευγενικός, καλοαναθρεμμένος, κόσμιος
折り合う おりあう

ρήμα

  1. 01 συμβιβάζομαι, έρχομαι σε συμφωνία, βρίσκω τη χρυσή τομή
  2. 02 τα πηγαίνω καλά με κάποιον
折りたたみ式 おりたたみしき

ουσιαστικό

  1. 01 πτυσσόμενος, αναδιπλούμενος
折衷案 せっちゅうあん

ουσιαστικό

  1. 01 συμβιβαστική πρόταση
折に触れて おりにふれて

άλλο

  1. 01 σε κάθε ευκαιρία, όποτε είναι δυνατόν, όποτε παρουσιάζεται η περίσταση, ανά διαστήματα, κατά καιρούς
折り返し地点 おりかえしちてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο αναστροφής (π.χ. σε έναν αγώνα δρόμου), σημείο επιστροφής
折れ おれ

ουσιαστικό

  1. 01 δίπλωμα, λύγισμα, σπασμένο μέρος
折りたたみ おりたたみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πτυσσόμενος, αναδιπλούμενος, τηλεσκοπικός
折りたたみ傘 おりたたみがさ

ουσιαστικό

  1. 01 πτυσσόμενη ομπρέλα
折り込む おりこむ

ρήμα

  1. 01 διπλώνω προς τα μέσα, ενσωματώνω
  2. 02 παρεμβάλλω (π.χ. ένα φυλλάδιο σε μια εφημερίδα)
  3. 03 συνυπολογίζω (ειδήσεις, ρίσκο, αποτέλεσμα κ.ά.)
折も折 おりもおり

άλλο

  1. 01 ακριβώς εκείνη τη στιγμή, πάνω στην ώρα, μόλις τώρα
折衷 せっちゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμβιβασμός, μείξη, συνδυασμός, εκλεκτικισμός
折しも おりしも

επίρρημα

  1. 01 ακριβώς εκείνη τη στιγμή, πάνω που
折悪しく おりあしく

επίρρημα

  1. 01 δυστυχώς, σε κακιά στιγμή, σε ακατάλληλη στιγμή
折り込み おりこみ

ουσιαστικό

  1. 01 ένθετο (σε περιοδικό, εφημερίδα κ.λπ.), πτυσσόμενο φύλλο, εισαγωγή
折り鶴 おりづる

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτινος γερανός, γερανός οριγκάμι
折助 おりすけ

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτης σαμουράι (κατά την περίοδο Έντο)
折本 おりほん

ουσιαστικό

  1. 01 οριχόν, βιβλίο με αναδιπλούμενα φύλλα, διπλωμένα τμήματα βιβλίου
折り重ねる おりかさねる

ρήμα

  1. 01 διπλώνω και στοιβάζω
折れ線グラフ おれせんグラフ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφική παράσταση με διακεκομμένη γραμμή