34 αποτελέσματα για «掃»
掃き集める はきあつめる
ρήμα
- 01 σκουπίζω και συγκεντρώνω, μαζεύω με σκούπισμα σε έναν σωρό
掃海 そうかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ναρκαλιεία, καθαρισμός θαλάσσης από νάρκες
掃き溜めに鶴 はきだめにつる
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ένα διαμάντι στα σκουπίδια
掃き寄せる はきよせる
ρήμα
- 01 σκουπίζω και συγκεντρώνω, μαζεύω σε σωρό με σκούπισμα
掃海艇 そうかいてい
ουσιαστικό
- 01 ναρκαλιευτικό, πλοίο ναρκαλιείας
掃き捨てる はきすてる
ρήμα
- 01 σκουπίζω προς τα έξω, απομακρύνω με σκούπισμα
掃き立て はきたて
ουσιαστικό
- 01 φρεσκοσκουπισμένος (για δωμάτιο κ.λπ.)
- 02 συλλογή μεταξοσκωλήκων από το χαρτί εκκόλαψης
掃引 そういん
ουσιαστικό
- 01 σάρωση, διερεύνηση
掃除魚 そうじうお
ουσιαστικό
- 01 καθαριστής ψάρι
掃き手 はきて
ουσιαστικό
- 01 χέρι που αγγίζει το έδαφος οδηγώντας σε άμεση απώλεια
掃苔 そうたい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσκεψη σε οικογενειακό τάφο (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ ομπόν)
- 02 αφαίρεση βρύων από ταφόπλακα
掃き初め はきぞめ
ουσιαστικό
- 01 το πρώτο καθάρισμα του σπιτιού για το νέο έτος (στις 2 Ιανουαρίου), το πρώτο σκούπισμα
掃き出し はきだし
ουσιαστικό
- 01 σκούπισμα προς τα έξω, καθάρισμα
- 02 συρόμενη γυάλινη πόρτα, μπαλκονόπορτα, μικρό άνοιγμα στο επίπεδο του δαπέδου από το οποίο σκουπίζονται τα σκουπίδια
掃
- 01 σκουπίζω
- 02 βουρτσίζω