72 αποτελέσματα για «掛»

掛け替える かけかえる

ρήμα

  1. 01 αντικαθιστώ (πίνακα, επιγραφή, κρεμαστό κύλινδρο κ.λπ.), υποκαθιστώ, κατεβάζω και τοποθετώ καινούργιο, ανακατασκευάζω (γέφυρα)
  2. 02 μετακινώ (πίνακα κ.λπ.) σε άλλη θέση, κρεμώ κάπου αλλού
掛け合わす かけあわす

ρήμα

  1. 01 πολλαπλασιάζω
  2. 02 διασταυρώνω, υβριδοποιώ
掛け物 かけもの

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστό κύλινδρο, κακεμόνο
  2. 02 κάλυμμα κρεβατιού (πάπλωμα, φουτόν, κουβέρτα κ.λπ.)
  3. 03 ζαχαρωτά
掛け湯 かけゆ

ουσιαστικό

  1. 01 ρίψη ζεστού νερού στο σώμα πριν από την είσοδο στη μπανιέρα, το ζεστό νερό που ρίχνεται στο σώμα πριν από την είσοδο στη μπανιέρα
  2. 02 επαναλαμβανόμενη ρίψη ζεστού νερού στο σώμα (είδος θεραπείας σε θερμά λουτρά)
掛け違い かけちがい

ουσιαστικό

  1. 01 λανθασμένη τοποθέτηση, λανθασμένο κρέμασμα, λανθασμένο κούμπωμα (κουμπιών)
  2. 02 διαφωνία, σύγκρουση, απόκλιση, αναντιστοιχία, ασυνέπεια
  3. 03 διασταύρωση χωρίς συνάντηση, αστοχία συνάντησης
掛詞 かけことば

ουσιαστικό

  1. 01 κακεκοτόμπα, λογοπαίγνιο, παιχνίδι με τις λέξεις (ιδίως στην ποίηση), λογοπαίγνιο
掛け合い漫才 かけあいまんざい

ουσιαστικό

  1. 01 γρήγορος κωμικός διάλογος, κωμικό ντουέτο τύπου κακέαι μανζάι
掛かり稽古 かかりげいこ

ουσιαστικό

  1. 01 κακάρι γκέικο, προπόνηση που εκτελείται από έναν επιτιθέμενο και έναν αμυνόμενο
掛け取り かけとり

ουσιαστικό

  1. 01 είσπραξη λογαριασμών, είσπραξη οφειλών
  2. 02 εισπράκτορας λογαριασμών
掛け持つ かけもつ

ρήμα

  1. 01 κατέχω δύο ή περισσότερες θέσεις ταυτόχρονα, εκτελώ διαφορετικές εργασίες παράλληλα
掛け小屋 かけごや

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινό θέατρο, πρόχειρο υπόστεγο
掛け渡す かけわたす

ρήμα

  1. 01 χτίζω (γέφυρα) πάνω από ένα ποτάμι
掛け捨て かけすて

ουσιαστικό

  1. 01 πληρωμή ορισμένου χρόνου (συνήθως για ασφάλεια)
  2. 02 διακοπή καταβολής δόσεων (συνήθως για ασφάλεια)
掛かり合う かかりあう

ρήμα

  1. 01 έχω σχέση με κάτι, ενδιαφέρομαι για κάτι, συνδέομαι με κάτι, διατηρώ σχέσεις με κάτι
  2. 02 εμπλέκομαι σε κάτι (αρνητικό), περιπλέκομαι σε κάτι, μπλέκομαι σε κάτι
掛け心地 かけごこち

ουσιαστικό

  1. 01 άνεση (στην εφαρμογή γυαλιών, καρέκλας κ.λπ.)
掛け図 かけず

ουσιαστικό

  1. 01 αναρτώμενος χάρτης, επιτοίχιος πίνακας
掛絡 から

ουσιαστικό

  1. 01 γιλέκο βουδιστή μοναχού (κοντό, ανεπίσημο κασάγια)
  2. 02 κρίκος (συνήθως από ελεφαντόδοντο) προσαρμοσμένος στο γιλέκο
  3. 03 νετσούκε, αντικείμενο προσαρμοσμένο σε νετσούκε
掛け布 かけふ

ουσιαστικό

  1. 01 υφασμάτινο κάλυμμα
掛け看板 かけかんばん

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστή πινακίδα
掛け売り かけうり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πώληση επί πιστώσει