35 αποτελέσματα για «掻»

掻き壊す かきこわす

ρήμα

  1. 01 γρατζουνίζω και ανοίγω (μια πληγή), ξύνω και ξεκολλάω (μια κάπα)
掻い繰る かいくる

ρήμα

  1. 01 μαζεύω σύροντας με τα χέρια
掻っ穿る かっぽじる

ρήμα

  1. 01 σκάβω, ξεθάβω, σκαλίζω (τη μύτη, τα δόντια), καθαρίζω (τα αυτιά)
掻い掘り かいぼり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστράγγιση λίμνης, λιμνοθάλασσας ή τάφρου (ειδικά για την απομάκρυνση ψαριών, τον καθαρισμό του νερού κ.λπ.)
  2. 02 καθαρισμός πηγαδιού
掻い暮れ かいくれ

επίρρημα

  1. 01 καθόλου (με αρνητικό ρήμα), εξ ολοκλήρου, εντελώς, τελείως
掻敷 かいしき

ουσιαστικό

  1. 01 φύλλο, κλαδί με φύλλα ή χαρτί που τοποθετείται κάτω από πιάτο σερβιρίσματος ή προσφορά
掻き均す かきならす

ρήμα

  1. 01 ισιώνω, ισοπεδώνω, τσουγκρανίζω
掻灯 かいともし

ουσιαστικό

  1. 01 φανάρι που κρέμεται από τα γείσα ενός ναού ή ιερού
掻き揚げ城 かきあげじろ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό κάστρο με απλή τάφρο από χωμάτινα τείχη
掻き付く かきつく

ρήμα

  1. 01 γαντζώνομαι, προσκολλώμαι
  2. 02 βασίζομαι, στηρίζομαι
  3. 03 αποσπώ κάτι μετά από επίμονες πιέσεις
掻器 そうき

ουσιαστικό

  1. 01 ξέστρο (πέτρινο)
掻痒感 そうようかん

ουσιαστικό

  1. 01 φαγούρα, κνησμός, αίσθημα κνησμού
掻痒症 そうようしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κνησμός, φαγούρα
掻い掻い かいかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξύσιμο
  2. 02 φαγούρα, σημείο που προκαλεί κνησμό
  3. 03 ψώρα, κνησμός
  1. 01 ξύνω, γρατζουνίζω
  2. 02 τσουγκρανίζω
  3. 03 χτενίζω
  4. 04 κωπηλατώ
  5. 05 αποκεφαλίζω