57 αποτελέσματα για «提»

提灯を持つ ちょうちんをもつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 πλέκω το εγκώμιο κάποιου, στηρίζω κάποιον, κρατώ φανάρι
提出日 ていしゅつび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία υποβολής, καταληκτική ημερομηνία (π.χ. για εργασία)
提唱者 ていしょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρικτής, εισηγητής, υπέρμαχος
提携先 ていけいさき

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορικός συνεργάτης
提出者 ていしゅつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παρουσιαστής, υποβάλλων, προτείνων
提琴 ていきん

ουσιαστικό

  1. 01 τικίν (κινεζικό έγχορδο όργανο με 2 ή 4 χορδές που παίζεται με δοξάρι)
  2. 02 βιολί
提灯行列 ちょうちんぎょうれつ

ουσιαστικό

  1. 01 πομπή με φαναράκια
提婆 だいば

ουσιαστικό

  1. 01 ντέβα (ον με θεϊκά χαρακτηριστικά)
提灯持ち ちょうちんもち

ουσιαστικό

  1. 01 ατομο που κρατα φαναρι
  2. 02 κόλακας, υποστηρικτής, γλείφτης
提灯記事 ちょうちんきじ

ουσιαστικό

  1. 01 άρθρο εξυπηρέτησης (σε εφημερίδα κ.λπ.), κολακευτικό υπερβολικό άρθρο, δουλοπρεπές άρθρο
提示部 ていじぶ

ουσιαστικό

  1. 01 εκθεσιακό μέρος (μουσική), έκθεση
提題 ていだい

ουσιαστικό

  1. 01 θέση (επιχειρήματος), ισχυρισμός, αξίωση
提携交渉 ていけいこうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαπραγματεύσεις συνεργασίας, συνομιλίες συνεργασίας
提喩 ていゆ

ουσιαστικό

  1. 01 συνεκδοχή
提灯お化け ちょうちんおばけ

ουσιαστικό

  1. 01 φάντασμα-φανάρι, δαιμονικό φανάρι
提灯袖 ちょうちんそで

ουσιαστικό

  1. 01 φουσκωτά μανίκια
提案依頼書 ていあんいらいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 αίτημα υποβολής προτάσεων, RFP, πρόσκληση υποβολής προσφορών
提要 ていよう

ουσιαστικό

  1. 01 περίληψη, περίγραμμα, επιτομή
提げ重 さげじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυεπίπεδα δοχεία φαγητού που μεταφέρονται με το χέρι
  2. 02 ιερόδουλη που μετέφερε πολυεπίπεδα δοχεία φαγητού και πουλούσε τρόφιμα (εποχές Μέιγουα και Ανέι)
提灯鮟鱇 ちょうちんあんこう

ουσιαστικό

  1. 01 τσότσιν-ανκό (οποιοδήποτε ψάρι της οικογένειας των Ιμαντολοφιδών, ειδικά το ατλαντικό ψάρι-ποδόσφαιρο, Himantolophus groenlandicus)