28 αποτελέσματα για «握»

握把 あくは

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κράτημα, σύλληψη
  2. 02 λαβή (σπαθιού, όπλου, κ.λπ.), χειρολαβή
握り鋏 にぎりばさみ

ουσιαστικό

  1. 01 ψαλίδι σχήματος U χωρίς υποδοχές για τα δάχτυλα, κλαδευτήρι
握斧 あくふ

ουσιαστικό

  1. 01 χειροπελέκης (παλαιολιθική εποχή)
握髪吐哺 あくはつとほ

ουσιαστικό

  1. 01 υποδειγματικός κρατικός λειτουργός που καταβάλλει εξαιρετικές προσπάθειες για να αναζητήσει και να προσλάβει ικανά άτομα (ανθρώπους με μεγάλη σοφία)
握らせる にぎらせる

ρήμα

  1. 01 αφήνω κάποιον να κρατήσει κάτι, δωροδοκώ κάποιον γλιστρώντας χρήματα στο χέρι του
握り金玉 にぎりぎんたま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τεμπέλης, άεργος, αργόσχολος
握々 にぎにぎ

επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφιχτό κράτημα, πίεση
  2. 02 ονιγκίρι, μπάλα ρυζιού
  3. 03 αποδοχή δωροδοκίας
  1. 01 σφίγγω
  2. 02 κρατώ
  3. 03 πλάθω σούσι
  4. 04 δωροδοκώ