30 αποτελέσματα για «撃»

撃ち払う うちはらう

ρήμα

  1. 01 απωθώ κάποιον με πυρά
撃術 げきじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκούλ σουλ ντο (κορεατικό στυλ πολεμικών τεχνών)
撃力 げきりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ωστική δύναμη
撃攘 げきじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκρούω (π.χ. εχθρό), απόκρουση, εκδίωξη
撃ち止める うちとめる

ρήμα

  1. 01 σκοτώνω με πυροβολισμό, εξολοθρεύω με σφαίρα
撃柝 げきたく

ουσιαστικό

  1. 01 κρούση ξύλινων κροτάλων, νυχτερινή σκοπιά (ενώ κρούονται ξύλινα κρόταλα)
撃ち当てる うちあてる

ρήμα

  1. 01 πετυχαίνω τον στόχο (π.χ. σε σκοποβολή)
撃壌 げきじょう

ουσιαστικό

  1. 01 χτυπώ ρυθμικά το έδαφος με τα πόδια τραγουδώντας
  2. 02 αρχαίο κινεζικό παιχνίδι ρίψης ξύλινων τσόκαρων
撃茎 げきけい

ουσιαστικό

  1. 01 επίκρουστρας
  1. 01 χτυπώ
  2. 02 επιτίθεμαι
  3. 03 νικώ, κατατροπώνω
  4. 04 κατακτώ