33 αποτελέσματα για «擦»

擦れっ枯らし すれっからし

ουσιαστικό

  1. 01 αναίσχυντο πρόσωπο, άνθρωπος του κόσμου, ξεδιάντροπη γυναίκα
擦り こすり

ουσιαστικό

  1. 01 τρίψιμο, καθάρισμα με τρίψιμο, ξύσιμο
擦った揉んだ すったもんだ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καβγάς, αντιπαράθεση, φιλονικία, αναστάτωση
擦痕 さっこん

ουσιαστικό

  1. 01 ραβδωτή αυλάκωση (που δημιουργείται από παγετώνα κ.λπ.)
擦り半鐘 すりばんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 συναγερμός πυρκαγιάς που χτυπά συνεχόμενα για να προειδοποιήσει ότι η φωτιά είναι εξαιρετικά κοντά
  2. 02 ο ήχος που παράγεται από αυτόν τον συναγερμό
擦れる こすれる

ρήμα

  1. 01 τρίβομαι
擦れ疵 すれきず

ουσιαστικό

  1. 01 γρατζουνιά, αμυχή, εκδορά
擦筆 さっぴつ

ουσιαστικό

  1. 01 σβήστρα σχεδίου (από χαρτί ή δέρμα για το άπλωμα του μολυβιού ή του κάρβουνου)
擦弦楽器 さつげんがっき

ουσιαστικό

  1. 01 έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δοξάρι
擦文文化 さつもんぶんか

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτισμός Σατσουμόν
擦文 さつもん

ουσιαστικό

  1. 01 μοτίβο ραβδώσεων (που χαράσσεται στην επιφάνεια κεραμικών με ξύλινο εργαλείο)
擦り上げる こすりあげる

ρήμα

  1. 01 τρίβω προς τα πάνω (π.χ. κατά μήκος των μάγουλων), χαϊδεύω προς τα πάνω
  1. 01 τρίβω
  2. 02 τρίβω
  3. 03 γρατζουνίζω, ξύνω
  4. 04 ξύνω
  5. 05 τρίβομαι, ερεθίζω (το δέρμα από τριβή)
  6. 06 τρίβω (για καθαρισμό)