105 αποτελέσματα για «改»

改訂 かいてい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναθεώρηση (κειμένου), τροποποίηση, αλλαγή
改善点 かいぜんてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημεία βελτίωσης, τομείς προς βελτίωση
  2. 02 σημεία που χρήζουν βελτίωσης, προβληματικοί τομείς
改造人間 かいぞうにんげん

ουσιαστικό

  1. 01 κυβερνοοργανισμός
改定 かいてい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναθεώρηση (κανόνα, τιμής κ.λπ.), τροποποίηση, αλλαγή
改良を加える かいりょうをくわえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βελτιώνω, επιφέρω βελτιώσεις, τελειοποιώ
改良型 かいりょうがた

ουσιαστικό

  1. 01 βελτιωμένη έκδοση
  2. 02 παραλλαγή (ενός παθογόνου μικροοργανισμού)
改稿 かいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναθεωρώ (ένα χειρόγραφο), ξαναγράφω
  2. 02 αναθεωρημένο χειρόγραφο
改行 かいぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καινούργια σειρά, νέα παράγραφος
  2. 02 αλλαγή σειράς, αλλαγή γραμμής, τροφοδοσία γραμμής
改正案 かいせいあん

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο μεταρρύθμισης, πρόταση μεταρρύθμισης, τροπολογία
改革派 かいかくは

ουσιαστικό

  1. 01 μεταρρυθμιστικός
改良版 かいりょうばん

ουσιαστικό

  1. 01 βελτιωμένη έκδοση, αναθεωρημένη έκδοση, εκσυγχρονισμός
改修工事 かいしゅうこうじ

ουσιαστικό

  1. 01 εργασίες επισκευής
改善策 かいぜんさく

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρα βελτίωσης, σχέδιο βελτίωσης, διορθωτικά μέτρα
改悪 かいあく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειροτέρευση, υποβάθμιση, αλλαγή προς το χειρότερο
改易 かいえき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απώλεια της ιδιότητας του σαμουράι και δήμευση της περιουσίας και των εδαφών (τιμωρία της περιόδου Έντο)
改編 かいへん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναδιοργάνωση
改称 かいしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετονομασία, αλλαγή τίτλου
改題 かいだい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή τίτλου, μετονομασία, νέος τίτλος
改訂版 かいていばん

ουσιαστικό

  1. 01 αναθεωρημένη έκδοση
改元 かいげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή εποχής (καϊγκέν)