240 αποτελέσματα για «放»
放物線 ほうぶつせん
ουσιαστικό
- 01 παραβολή
放心状態 ほうしんじょうたい
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση πνευματικής απουσίας, ζαλάδα, αφηρημάδα, κοίταγμα στο κενό
放射状 ほうしゃじょう
ουσιαστικό
- 01 ακτινωτός, ακτινοειδής
放電 ほうでん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκφορτίζω (ηλεκτρικά· π.χ. μιας μπαταρίας)
- 02 ηλεκτρική εκκένωση, εκφόρτιση
放逐 ほうちく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποπομπή, εκδίωξη, απομάκρυνση, απόλυση, εξορία
放映 ほうえい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τηλεοπτική μετάδοση, εκπομπή, προβολή
放射線 ほうしゃせん
ουσιαστικό
- 01 ακτινοβολία
放蕩 ほうとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ασωτία, σπατάλη, ξεπεσμός
放送局 ほうそうきょく
ουσιαστικό
- 01 τηλεοπτικός ή ραδιοφωνικός σταθμός, ραδιοτηλεοπτικός φορέας
放し飼い はなしがい
ουσιαστικό
- 01 εκτροφή ελεύθερης βοσκής, αφήνω (ζώα) να κυκλοφορούν ελεύθερα, βοσκή
- 02 αφήνω (ένα σκύλο) ελεύθερο, αφήνω (ένα παιδί) να κυκλοφορεί ελεύθερο
放任 ほうにん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μη παρέμβαση, αφήνω κάτι να εξελιχθεί από μόνο του, δίνω σε κάποιον ελευθερία κινήσεων
放水 ほうすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκκένωση νερού (από ποτάμι, φράγμα κ.λπ.), αποστράγγιση
- 02 κατάσβεση με νερό, ρίψη νερού με μάνικα
放牧 ほうぼく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βόσκηση
放免 ほうめん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποφυλάκιση (από κράτηση), απόλυση, απελευθέρωση, αφήνω ελεύθερο, αφήνω να φύγει, αθώωση
放任主義 ほうにんしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (λαισέ-φερ)
放尿 ほうにょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ούρηση
放し はなし
ουσιαστικό
- 01 αφήνω (ανοιχτό, ανεκπλήρωτο, κ.λπ.)
- 02 κάνω κάτι συνεχώς, αδιάκοπα, διατηρώ μια κατάσταση
放射能 ほうしゃのう N1
ουσιαστικό
- 01 ραδιενέργεια
- 02 ακτινοβολία
- 03 ραδιενεργό υλικό
放言 ほうげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απερίσκεπτη δήλωση, αλόγιστο σχόλιο
放流 ほうりゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκκένωση (π.χ. νερού από φράγμα)
- 02 απελευθέρωση ψαριών (σε ποτάμι, λίμνη κ.λπ.), εμπλουτισμός (ποταμού κ.λπ.) με ψάρια
- 03 εξορία, εκτόπιση