119 αποτελέσματα για «断»

断りを入れる ことわりをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενημερώνω, προειδοποιώ, ειδοποιώ εκ των προτέρων, ζητώ άδεια (πριν κάνω κάτι), ρωτώ πρώτα
断崖絶壁 だんがいぜっぺき

ουσιαστικό

  1. 01 απόκρημνος γκρεμός, κάθετο γκρεμνό
  2. 02 κρίσιμη κατάσταση
断裂 だんれつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απότομο σπάσιμο, θραύση
断食 だんじき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νηστεία, αποχή από το φαγητό
断頭台 だんとうだい

ουσιαστικό

  1. 01 υποστήριγμα για αποκεφαλισμό, λαιμητόμος, ικρίωμα
断腸の思い だんちょうのおもい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ραγισμένη καρδιά, σπαρακτική θλίψη, συντριπτική λύπη
断行 だんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποφασιστική δράση, εκτέλεση, αμετάκλητη επιβολή, εφαρμογή
断行 だんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασκητισμός, πρακτικές που εξαλείφουν τα πάθη
断層 だんそう

ουσιαστικό

  1. 01 ρήγμα, διάρρηξη
  2. 02 χάσμα, απόκλιση
断ずる だんずる

ρήμα

  1. 01 συμπεραίνω, αποφασίζω, καθορίζω
  2. 02 κρίνω
断ち割る たちわる

ρήμα

  1. 01 κόβω σε κομμάτια, σχίζω, διαιρώ
  2. 02 σκίζω ανοίγοντας
断トツ だんトツ

ουσιαστικό

  1. 01 ο αδιαμφισβήτητα καλύτερος, ο κορυφαίος όλων, η αφρόκρεμα, το καλύτερο των καλύτερων, καθοριστικό προβάδισμα, κυρίαρχο προβάδισμα
断線 だんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή, διακοπή λειτουργίας, κάψιμο (σύρματος ή νήματος)
断章 だんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 λογοτεχνικό απόσπασμα
  2. 02 ερμηνεία (και χρήση) αποσπάσματος χωρίς αναφορά στο πλαίσιο του
断固反対 だんこはんたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφωνώ κάθετα, αντιτίθεμαι σθεναρά, είμαι κατηγορηματικά αντίθετος
断熱 だんねつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θερμομόνωση
断続 だんぞく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπτόμενη ροή, διαλείπουσα κατάσταση, το να συμβαίνει κάτι κατά διαστήματα
断水 だんすい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή υδροδότησης, διακοπή νερού
断髪 だんぱつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κόψιμο μαλλιών (σε κοντό μήκος), κούρεμα
  2. 02 καρέ μαλλιά, καρέ κούρεμα
断面図 だんめんず

ουσιαστικό

  1. 01 τομή