1264 αποτελέσματα για «日»
日常的 にちじょうてき
επίθετο
- 01 καθημερινός, συνηθισμένος, τετριμμένος, κοινός, ρουτινιάρης
日光 にっこう N3
ουσιαστικό
- 01 ηλιακό φως, λιακάδα, ακτίνες του ήλιου
- 02 Νίκκο (πόλη στον νομό Τοτσίγκι)
- 03 Σουριαπράμπα (μποντισάτβα)
日に日に ひにひに
επίρρημα
- 01 μέρα με τη μέρα, σταδιακά
- 02 καθημερινά, κάθε μέρα
日焼け ひやけ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ηλιακό έγκαυμα, μαύρισμα, ηλιοκαμένο δέρμα
- 02 αποχρωματισμός από τον ήλιο (π.χ. χαρτιού), κιτρίνισμα
- 03 στέγνωμα, ξήρανση (ποταμού, χωραφιού κ.λπ.)
日向 ひなた N1
ουσιαστικό
- 01 ηλιόλουστο μέρος, στον ήλιο
日数 にっすう
ουσιαστικό
- 01 αριθμός ημερών
日和 ひより
ουσιαστικό
- 01 καιρός, κλιματικές συνθήκες
- 02 καλοκαιρία, αίθριος καιρός
- 03 κατάσταση, εξέλιξη πραγμάτων
- 04 θαλάσσιες συνθήκες, ευνοϊκή ημέρα για πλεύση
日陰 ひかげ N2
ουσιαστικό
- 01 σκιά, σκιασμένο μέρος
- 02 ηλιοφάνεια, ηλιακό φως
日時 にちじ N2
ουσιαστικό
- 01 ημερομηνία και ώρα (συνάντησης, αναχώρησης κ.λπ.)
- 02 ημέρες και ώρες
日本一 にほんいち
ουσιαστικό
- 01 το καλύτερο στην Ιαπωνία, νούμερο ένα στην Ιαπωνία
日常茶飯事 にちじょうさはんじ
ουσιαστικό
- 01 καθημερινό φαινόμενο, συνηθισμένο περιστατικό
日本中 にほんじゅう
ουσιαστικό
- 01 σε ολόκληρη την Ιαπωνία
日没 にちぼつ
ουσιαστικό
- 01 ηλιοβασίλεμα
日本刀 にほんとう
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό σπαθί (συνήθως μονόκοπο και κυρτό), ιαπωνικό όπλο με λεπίδα
日傘 ひがさ
ουσιαστικό
- 01 αντηλιακή ομπρέλα (ιδίως αυτή που κρατιέται στο χέρι), σκίαστρο
日の出 ひので N2
ουσιαστικό
- 01 ανατολή ηλίου
日本酒 にほんしゅ
ουσιαστικό
- 01 νιχονσού (ιαπωνικό οινοπνευματώδες ποτό από ρύζι)
日 か
ουσιαστικό, άλλο
- 01 ημέρα του μήνα
- 02 αριθμητικό επίθημα για μέρες
日夜 にちや N1
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 μέρα και νύχτα, επί εικοσιτετραώρου βάσεως, πάντα, συνεχώς
日用品 にちようひん N2
ουσιαστικό
- 01 είδη καθημερινής ανάγκης, καθημερινά αντικείμενα