39 αποτελέσματα για «晩»

晩生 ばんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αργή ανάπτυξη, όψιμη ωρίμανση
晩景 ばんけい

ουσιαστικό

  1. 01 απογευματινό τοπίο
晩涼 ばんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 απογευματινή δροσιά, δροσερός αέρας του απογεύματος
晩稲 ばんとう

ουσιαστικό

  1. 01 όψιμη ποικιλία ρυζιού
晩学 ばんがく

ουσιαστικό

  1. 01 καθυστερημένη μόρφωση
晩熟 ばんじゅく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 όψιμος, αργή ωρίμανση, καθυστερημένη ανάπτυξη
晩白柚 ばんぺいゆ

ουσιαστικό

  1. 01 ποικιλία φράπας (Citrus maxima, Citrus grandis)
晩霜 ばんそう

ουσιαστικό

  1. 01 όψιμος παγετός
晩祷 ばんとう

ουσιαστικό

  1. 01 εσπερινός, βραδινή προσευχή
晩香波 バンクーバー

ουσιαστικό

  1. 01 Βανκούβερ
晩照 ばんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιοβασίλεμα, δύων ήλιος
晩産化 ばんさんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αύξηση του μέσου όρου ηλικίας τεκνοποίησης
晩生植物 ばんせいしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αργά αναπτυσσόμενο φυτό
晩成性 ばんせいせい

ουσιαστικό

  1. 01 φωλεόφιλος
晩柑 ばんかん

ουσιαστικό

  1. 01 εσπεριδοειδές όψιμης ωρίμανσης (π.χ. φράπα)
晩歳 ばんさい

ουσιαστικό

  1. 01 ύστερα χρόνια, τελευταία χρόνια, γηρατειά
晩産 ばんさん

ουσιαστικό

  1. 01 παράταση κύησης, εκπρόθεσμος τοκετός
  2. 02 τεκνοποιία σε μεγαλύτερη της μέσης ηλικίας
晩菊 ばんぎく

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσάνθεμο όψιμης ανθοφορίας, όψιμο χρυσάνθεμο
  1. 01 σούρουπο, δειλινό
  2. 02 νύχτα