34 αποτελέσματα για «暖»
暖房機 だんぼうき
ουσιαστικό
- 01 θερμαντικό σώμα, συσκευή θέρμανσης
暖衣飽食 だんいほうしょく
ουσιαστικό
- 01 χορτάτος και καλοντυμένος
暖かい人 あたたかいひと
άλλο, ουσιαστικό
- 01 θερμόκαρδος άνθρωπος
暖帯 だんたい
ουσιαστικό
- 01 θερμή εύκρατη ζώνη, υποτροπική ζώνη
暖簾名 のれんな
ουσιαστικό
- 01 όνομα καταστήματος γραμμένο πάνω σε νόρεν
暖海 だんかい
ουσιαστικό
- 01 θερμή θάλασσα
暖冬異変 だんとういへん
ουσιαστικό
- 01 ασυνήθιστα ζεστός χειμώνας
暖をとる だんをとる
άλλο, ρήμα
- 01 ζεσταίνομαι (π.χ. σε μια φωτιά)
暖かさ あたたかさ
ουσιαστικό
- 01 ζεστασιά
暖竹 ダンチク
ουσιαστικό
- 01 αρούντο το δόνακος (είδος ψηλού πολυετούς καλαμιού)
暖水渦 だんすいうず
ουσιαστικό
- 01 θερμοστρόβιλος
暖温帯 だんおんたい
ουσιαστικό
- 01 θερμή εύκρατη ζώνη, υποτροπική ζώνη
暖水塊 だんすいかい
ουσιαστικό
- 01 θερμή υδάτινη μάζα, όγκος θερμού νερού
暖
- 01 ζεστασιά