45 αποτελέσματα για «更»
更かす ふかす
ρήμα
- 01 μένω ξύπνιος μέχρι αργά
更生保護 こうせいほご
ουσιαστικό
- 01 κοινωνική επανένταξη, αποκατάσταση, μετασωφρονιστική μέριμνα, υφ' όρον απόλυση
更正施設 こうせいしせつ
ουσιαστικό
- 01 σωφρονιστικό ίδρυμα
更生会社 こうせいがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία υπό εξυγίανση
更代 こうたい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανταλλάσσω, αντικαθιστώ
更始一新 こうしいっしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υφίσταμαι πλήρη αλλαγή, γυρίζω σελίδα στη ζωή μου
更科蕎麦 さらしなそば
ουσιαστικό
- 01 σομπά υψηλής ποιότητας
更始 こうし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανανέωση, μεταρρύθμιση
更訂 こうてい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναθεώρηση (κειμένου), διόρθωση
更新履歴 こうしんりれき
ουσιαστικό
- 01 αρχείο αλλαγών, καταγραφή ενημερώσεων, ιστορικό ενημερώσεων
更け ふけ
ουσιαστικό
- 01 προχωρημένη ώρα, περασμένη ώρα
更科粉 さらしなこ
ουσιαστικό
- 01 υψηλής ποιότητας αλεύρι φαγόπυρου (παρασκευασμένο αποκλειστικά από το κέντρο του καρπού)
更問 さらとい
ουσιαστικό
- 01 συμπληρωματική ερώτηση, επιπρόσθετη ερώτηση
更なり さらなり
ουσιαστικό
- 01 εννοείται, φυσικά
更位 こうい
ουσιαστικό
- 01 δεύτερη ενθρόνιση του ίδιου αυτοκράτορα
更生期 こうせいき
ουσιαστικό
- 01 κλιμακτήριος, εμμηνόπαυση
更生品 こうせいひん
ουσιαστικό
- 01 ανακυκλωμένα προϊόντα
更紗満天星 さらさどうだん
ουσιαστικό
- 01 σαράσα-ντόουνταν (είδος φυτού, Enkianthus campanulatus)
更新暦 こうしんれき
ουσιαστικό
- 01 αρχείο αλλαγών, καταγραφή ενημερώσεων, ιστορικό ενημερώσεων, τι νέο υπάρχει
更衣場 こういじょう
ουσιαστικό
- 01 αποδυτήριο