347 αποτελέσματα για «最»

最優先 さいゆうせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μέγιστη προτίμηση, μέγιστη προτεραιότητα, διεκπεραίωση κατά προτεραιότητα
最後の最後 さいごのさいご

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία στιγμή, κυριολεκτικά το τέλος
最小限 さいしょうげん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ελάχιστος, κατώτατος, ο μικρότερος δυνατός
  2. 02 τουλάχιστον, κατά το ελάχιστο
最上階 さいじょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίος όροφος
最早 もはや

επίρρημα

  1. 01 ήδη, τώρα
  2. 02 πια, όχι πλέον
最奥 さいおう

ουσιαστικό

  1. 01 στα έγκατα, στο πιο βαθύ σημείο
最前線 さいぜんせん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη γραμμή, μέτωπο, πρωτοπορία
最愛 さいあい

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένος, πολυαγαπημένος
最上 さいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ο πιο ψηλός (π.χ. όροφος), κορυφαίος
  2. 02 καλύτερος, εκλεκτότερος, υπέρτατος, ανώτατος (για ποιότητα)
最後尾 さいこうび

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος (π.χ. μιας σειράς), ουρά, πίσω μέρος, το πιο απομακρυσμένο τμήμα
最良 さいりょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 το καλύτερο, ιδανικός
最終日 さいしゅうび

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταία ημέρα
最速 さいそく

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτατος, ο πιο γρήγορος
最悪の事態 さいあくのじたい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 χείριστος, η χειρότερη δυνατή περίπτωση (σενάριο)
最短 さいたん

ουσιαστικό

  1. 01 ο συντομότερος
最悪の場合 さいあくのばあい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 στη χειρότερη περίπτωση
最高級 さいこうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατη ποιότητα, ανώτερη κατηγορία
最上級 さいじょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατος βαθμός, εξαιρετική ποιότητα, κορυφαία κατηγορία
  2. 02 υπερθετικός (βαθμός)
最下層 さいかそう

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερο στρώμα, χαμηλότερο στρώμα
  2. 02 κατώτερη κοινωνική τάξη, οικονομικό υπόστρωμα, χαμηλότερη κάστα
最先端 さいせんたん

ουσιαστικό

  1. 01 αιχμή του δόρατος, πρωτοπορία, τελευταία λέξη της τεχνολογίας
  2. 02 μύτη, άκρη