37 αποτελέσματα για «服»
服喪 ふくも
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τελώ σε πένθος
服装規定 ふくそうきてい
ουσιαστικό
- 01 ενδυματολογικός κώδικας
服膺 ふくよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έχω κατά νου
服役囚 ふくえきしゅう
ουσιαστικό
- 01 κατάδικος, φυλακισμένος
服罪 ふくざい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποβολή σε ποινή, αποδοχή καταδίκης, ομολογία ενοχής
- 02 ανεξιχνίαστο έγκλημα
服加減 ふくかげん
ουσιαστικό
- 01 θερμοκρασία και γεύση (του τσαγιού)
服装倒錯 ふくそうとうさく
ουσιαστικό
- 01 τραβεστισμός, ενδυματολογική διαταραχή
服忌 ぶっき
ουσιαστικό
- 01 πένθος, περίοδος πένθους
服務期間 ふくむきかん
ουσιαστικό
- 01 περίοδος εργασίας, χρονικό διάστημα υπηρεσίας, θητεία
服飾見本 ふくしょくみほん
ουσιαστικό
- 01 πρότυπο μόδας, σχέδιο ένδυσης
服種 ふくしゅ
ουσιαστικό
- 01 είδος ένδυσης, στυλ ντυσίματος, σειρά ρούχων
服装倒錯者 ふくそうとうさくしゃ
ουσιαστικό
- 01 τραβεστί, άτομο που ντύνεται με ρούχα του αντίθετου φύλου
服装自由 ふくそうじゆう
ουσιαστικό
- 01 ελεύθερο ενδυματολογικό κώδικα, έλλειψη ενδυματολογικού κώδικα (στον εργασιακό χώρο)
服わぬ まつろわぬ
άλλο
- 01 απρόθυμος να υποταχθεί, ανυπότακτος, απείθαρχος
服従心 ふくじゅうしん
ουσιαστικό
- 01 υποτακτικότητα, υπακοή
服屋 ふくや
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα ενδυμάτων, ράπτης, μοδίστρα
服
- 01 ρούχα
- 02 δέχομαι
- 03 υπακούω
- 04 εκτελώ