31 αποτελέσματα για «枕»
枕状溶岩 まくらじょうようがん
ουσιαστικό
- 01 μαξιλαροειδής λάβα
枕叩き まくらたたき
ουσιαστικό
- 01 μαξιλαροπόλεμος
枕飯 まくらめし
ουσιαστικό
- 01 μαγειρεμένο ρύζι που τοποθετείται στο προσκέφαλο ή στον τάφο του θανόντος
枕捜し まくらさがし
ουσιαστικό
- 01 κλοπή σε υπνοδωμάτιο ή διαρρήκτης που εισβάλλει σε υπνοδωμάτιο
枕流漱石 ちんりゅうそうせき
ουσιαστικό
- 01 ανυποχώρητος άνθρωπος που αρνείται πεισματικά να παραδεχτεί το λάθος του
枕銭 まくらぜに
ουσιαστικό
- 01 φιλοδώρημα στο μαξιλάρι, φιλοδώρημα για την καμαριέρα
枕籍 ちんせき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κλινοστρωμνή, κρεβάτι
- 02 κοιμάμαι μαζί στο ίδιο κρεβάτι
- 03 κοιμάμαι μαζί χρησιμοποιώντας τα σώματα του ενός και του άλλου ως μαξιλάρι
- 04 κοιμάμαι μαζί χρησιμοποιώντας βιβλία ως μαξιλάρι
枕団子 まくらだんご
ουσιαστικό
- 01 μικρά γλυκά ρυζάλευρα που τοποθετούνται στο προσκέφαλο του θανόντος
枕を濡らす まくらをぬらす
άλλο, ρήμα
- 01 κλαίω στο κρεβάτι, κοιμάμαι κλαίγοντας, κλαίω κρυφά στο κρεβάτι, μουσκεύω το μαξιλάρι μου (με τα δάκρυά μου)
枕を高くして寝る まくらをたかくしてねる
άλλο, ρήμα
- 01 κοιμάμαι ήσυχος, κοιμάμαι χωρίς φόβο
枕
- 01 μαξιλάρι